Οι προσφυγικές κρίσεις, όπως και οι μεταναστευτικές ροές είναι ένα κατεξοχήν διεθνές ζήτημα. Ειδικά για τον ΟΗΕ και τους διεθνείς οργανισμούς που είναι υπό την εποπτεία του είναι από τους βασικούς λόγους ύπαρξης και δράσης.

Ο λόγος είναι προφανής. Οι πόλεμοι, όπως και οι μεγάλες εσωτερικές συγκρούσεις, δεν αποτελούν ποτέ μόνο «τοπικά φαινόμενα» και επίσης ποτέ δεν αφορούν μόνο όσους εμπλέκονται άμεσα στις διάφορες συγκρούσεις, ούτε μόνο τους ενόπλους. Αφορούν πάντα και τους αμάχους και ο αντίκτυπος πάντοτε είναι και διεθνής.

Αυτό γίνεται ακόμη πιο έντονο εάν εξετάσουμε και τις σύγχρονες μεταναστευτικές ροές και τον τρόπο που επιτείνονται από τις εκτεταμένες ανισότητες, τη φτώχεια, τις επιπτώσεις προηγούμενων πολέμων αλλά, πιο πρόσφατα (αλλά προοπτικά σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό), και την κλιματική αλλαγή.

Αυτό εκ των πραγμάτων θα σήμαινε ολοένα και μεγαλύτερη διεθνή συνεργασία για την αντιμετώπιση των ανθρωπιστικών κρίσεων, τη βοήθεια σε ανθρώπους που έχουν ανάγκη, αλλά και την ομαλή ενσωμάτωση των προσφύγων και των μεταναστών και την αποφυγή φαινομένων ρατσισμού και ξενοφοβίας.

Όμως, στην πράξη έχουμε το ακριβώς αντίθετο. Ολοένα και περισσότερο φτιάχνεται ένας πλανήτης κλειστών συνόρων και «φραχτών», θεσμικών, συμβολικών αλλά και πολύ πραγματικών (τα τελευταία χρόνια σε δεκάδες συνοριακές γραμμές ανά τον κόσμο έχουν διαμορφωθεί επιπλέον φυσικά εμπόδια κατά βάση εναντίον μεταναστών και προσφύγων.

Μάλιστα, οι μόνες μορφές συνεργασίες που εμφανίζονται αφορούν κυρίως την προσπάθεια να αποτρέπεται η μετακίνηση μεταναστών και προσφύγων, με ποιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το πώς οι ΗΠΑ έχουν «εξάγει» το σύνορό τους, εφαρμόζοντας αποτρεπτικούς ελέγχους σε μετακινούμενες μετανάστες (σε συνεργασία με χώρες της Λατινικής Αμερικής) πολύ μακριά από τα σύνορά τους.

Η ευρωπαϊκή διαχείριση της προσφυγικής κρίσης στη Συρία

Ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία που υπήρξε ιδιαίτερα βίαιος και αιματηρός και ο οποίος δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη, εφόσον συνεχίζονται οι συγκρούσεις στην επαρχεία της Ιντλίμπ, παρήγαγε μεγάλες προσφυγικές ροές.

Ένα μεγάλο μέρος από αυτές, όπως γίνεται συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις, κατευθύνθηκαν σε κοντινές χώρες. Αυτό άλλωστε έχει να κάνει και με το ότι οι άνθρωποι ελπίζουν ότι σχετικά σύντομα θα μπορέσουν να ξαναγυρίσουν στην πατρίδα τους. Αυτό εξηγεί και γιατί οι περισσότεροι σύριοι πρόσφυγες πήγαν στην Τουρκία αλλά και σε άλλες χώρες που συνορεύουν με την Συρία.

Μέχρι και το 2015 η ΕΕ υποδεχόταν γενικά τους πρόσφυγες από τη Συρία, την ώρα που τα ευρωπαϊκά σύνορα ήταν ήδη κλειστά για πρόσφυγες ή μετανάστες από άλλες περιοχές. Τότε μάλιστα ήταν μια περίοδος που οι περισσότερες δυτικές χώρες κυρίως επέρριπταν την ευθύνη στην κυβέρνηση Άσαντ και αυτό παρουσιαζόταν ως επιπλέον λόγος συνδρομής στα θύματά του συριακού εμφυλίου, την ώρα που για παράδειγμα ολοένα και περισσότερο το Αφγανιστάν αντιμετωπιζόταν ως «ασφαλής χώρα».

Όμως, τα τελευταία χρόνια τα πράγματα έχουν αλλάξει. Μια σειρά από παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της αυξανόμενης επιρροής ακροδεξιών πολιτικών χώρων και ιδεολογιών, έχουν οδηγήσει αρκετές χώρες σε αλλαγή πολιτικής. Αυτό αποτυπώθηκε στην αλλαγή στάσης των ευρωπαϊκών χωρών για τις προσφυγικές ροές, αλλαγή που είχε ξεκινήσει καιρό πριν με την αντίληψη ότι τα αιτήματα ασύλου πρέπει να εξετάζονται στις χώρες εισόδου και όχι στις χώρες προορισμού. Αποκορύφωμα το κλείσιμο του «βαλκανικού διαδρόμου», με μονομερείς πρωτοβουλίες χωρών, στα τέλη του 2015 και τις αρχές του 2016.

Ως αποτέλεσμα από την έστω και διακηρυκτική αντίληψη για την ανάγκη συλλογικής αντιμετώπισης των αιτημάτων ανθρωπιστικής προστασίας, περάσαμε στη λογική της buffer zone. Δηλαδή, οι πρόσφυγες δεν έπρεπε να φτάνουν στην Ευρώπη αλλά να σταματούν όσο πιο μακριά γίνεται από τις χώρες της κεντρικής, δυτικής και βόρειας Ευρώπης.

Αυτό ακριβώς δοκίμασε να κάνει η «Κοινή Δήλωση» ΕΕ και Τουρκίας

Η «Κοινή Δήλωση» ΕΕ και Τουρκίας, τα όρια, και η υποκρισία

Η «Κοινή Δήλωση» ΕΕ και Τουρκία αποτυπώνει ακριβώς την αλλαγή διαχείρισης των ανθρωπιστικών κρίσεων στην εποχή που οι ευρωπαϊκές χώρες κλείνουν τα σύνορά τους σε πρόσφυγες και μετανάστες.

Αυτό αποτυπώνεται στις βασικές πλευρές της συμφωνίες. Η Τουρκία αναλάμβανε, έναντι ευρωπαϊκής χρηματοδότησης κατά βάση να κρατήσει τους σύριους πρόσφυγες στο έδαφός της. Υπήρχε ένας μηχανισμός μετεγκατάστασης προσφύγων από την Τουρκία σε ευρωπαϊκές χώρες, αλλά σε μικρό βαθμό ενεργοποιήθηκε.

Η Ελλάδα αναλάμβανε να κρατάει τους νεοεισερχόμενους στα νησιά, εξυπηρετώντας έτσι την άρρητη ευρωπαϊκή στρατηγική να «εγκλωβίζονται» οι πρόσφυγες και οι μετανάστες σε κακές συνθήκες, μια που αυτό υποτίθεται ότι λειτουργεί αποτρεπτικά για τους επόμενους.

Ειδικά για την Τουρκία, η όλη συμφωνία συνδυάστηκε και με άλλες πλευρές που αφορούν τη συνολικότερη διαπραγμάτευση των σχέσεων ΕΕ και Τουρκίας. Η πιο χαρακτηριστική είναι αυτή που αφορά την διευκόλυνση της χορήγησης βίζας σε τούρκους πολίτες, υπόσχεση που ακόμη δεν έχει εκπληρωθεί.

Γύρω από τη διαχείριση της χρηματοδότησης υπάρχουν διάφορες αντιπαραθέσεις ανάμεσα στην Τουρκία και την ΕΕ και ως προς την κλίμακα και ως προς τον παραλήπτη (για παράδειγμα η Τουρκία θα προτιμούσε μεγαλύτερη διαχείριση από το κράτος, η ΕΕ προτιμά και τις ΜΚΟ).

Είναι σαφές ότι η «Κοινή Δήλωση» διαμόρφωνε εξαρχής μια προβληματική συνθήκη, καθώς δεν καθοδηγήθηκε από κάποια προσπάθεια αντιμετώπισης μιας υπαρκτής προσφυγικής κρίσης με κριτήριο το ανθρωπιστικό δίκαιο, αλλά από την επιθυμία των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών να κρατήσουν μακριά από τα σύνορά τους πρόσφυγες και μετανάστες.

Ταυτόχρονα, από την αρχή, με τον τρόπο που διατυπώθηκε η «Κοινή Δήλωση» έδινε ένα περιθώριο στην Τουρκία να μπορεί να την επικαλείται ως μοχλό πίεσης. Και αυτό γιατί η Τουρκία δεν έλαβε απλώς μια βοήθεια για να αντιμετωπίσει αυξημένες αφίξεις προσφύγων. Έλαβε βοήθεια και άλλες υποσχέσεις για να μην αφήσει πρόσφυγες να φτάσουν στην Ευρώπη.

Δηλαδή, αυτό που συνηθίσαμε να ονομάζουμε «εργαλειοποίηση» του προσφυγικού από την Τουρκία, ήταν, δυστυχώς, μια δυνατότητα εγγεγραμμένη εξαρχής σε μια συμφωνία που βασικό στόχο είχε να διευκολύνει πολιτικά τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να αποφύγουν να αναλάβουν το μερίδιο της ευθύνης τους σε μια ανθρωπιστική κρίση.

Τα όρια των αμερικανικών δηλώσεων

Οι ΗΠΑ μπορεί να κάνουν κατά καιρούς δηλώσεις πάνω σε τέτοια θέματα, όμως καλό είναι να θυμόμαστε ότι είναι μια χώρα που ιδίως κατά τη διάρκεια της προεδρίας Τραμπ έχουν σκληρύνει σε σημαντικό βαθμό τη στάση τους σε ζητήματα υποδοχής προσφύγων και μεταναστών, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το «τείχος» που υψώνουν στα σύνορα με το Μεξικό. Μάλιστα, ο πρόεδρος Τραμπ προσπαθεί να περιορίσει την αμερικανική συνεισφορά στις υπηρεσίες και τους οργανισμούς του ΟΗΕ που περιλαμβάνουν και τους οργανισμούς που ασχολούνται με την κατάσταση των προσφύγων και των μεταναστών.

Η τουρκική πίεση

Ο τρόπος που η Τουρκία πιέζει να αξιοποιήσει την προσφυγική κρίση έχει καταγραφεί. Φυσικά δεν είναι ο μόνος τρόπος. Μάλιστα, η βασική έγνοια τη Τουρκίας είναι κυρίως η άσκηση πίεσης σε σχέση με την Ιντλίμπ. Εκεί επιδιώκει να υπάρξει διεθνής παρέμβαση για την ανακοπή της προέλασης των κυβερνητικών δυνάμεων και διεκδικεί να αποκτήσει «ζώνης ασφαλείας». Επειδή στην Ιντλίμπ μετακινήθηκαν όχι μόνο ένοπλες ομάδες της αντιπολίτευσης αλλά και άμαχοι από άλλες ζώνες αποκλιμάκωσης, υπάρχει φόβος ότι τυχόν επέλαση των κυβερνητικών δυνάμεων θα δημιουργήσει άλλο ένα κύμα προσφύγων προς την Τουρκία, την ώρα που η Τουρκία θα ήθελε να δει τον κύριο όγκο των προσφύγων που είναι στο έδαφός της να επιστρέφουν. Την ίδια στην Τουρκία, ούτως ή άλλως έφταναν και μετανάστες και πρόσφυγες από άλλες περιοχές, ιδίως από τη στιγμή που έγινε πολύ πιο δύσκολη και επικίνδυνη η διάσχιση της Μεσογείου προς την Ιταλία. Όλα αυτά εξηγούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο η Τουρκία κινείται αυτή τη στιγμή.

Τα όρια των ευρωπαϊκών μηνυμάτων

Είναι αλήθεια ότι σε επίπεδο συμβολισμών υπήρξαν αρκετές κινήσεις από την πλευρά της ΕΕ αλλά και των ΗΠΑ. Μόνο που σε ορισμένες περιπτώσεις οι συμβολισμοί δεν σημαίνουν πολλά στην πράξη.

Η ΕΕ υποσχέθηκε μεγαλύτερη βοήθεια και διακήρυξε ότι τα ελληνικά σύνορα είναι και ευρωπαϊκά σύνορα, όμως εξακολουθεί να επιμένει στην ίδια πολιτική, παρά τα εμφανή αδιέξοδα που προκαλούνται. Στην πραγματικότητα και η βοήθεια και τα «μηνύματα» παραπέμπουν στη συνέχεια της ίδιας πολιτικής που θέλει την Ελλάδα να λειτουργεί ως σύνορο της Ευρώπης και ως «φράχτης» απέναντι στις προσφυγικές ροές. Μόνο που αυτή η πολιτική, που σε πλευρές της παραβιάζει το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, υποχρεώνει τη χώρα μας να γίνεται μέρος του προβλήματος και ενισχύει εντός και εκτός της χώρας ακροδεξιές φωνές και αντιλήψεις.

Αντίθετα, μια άλλη ευρωπαϊκή πολιτική, που θα στηριζόταν στην από κοινού ανάληψη του όποιου βάρους συνεπάγονται οι σημερινές προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές (που –ας μην το ξεχνάμε – μπορούν να είναι παράγοντας δημογραφικής ανανέωσης) και θα ακύρωνε εξαρχής τον όποιο εκβιασμό του Ερντογάν και θα σήμαινε επίσης ότι η χώρα μας δεν λειτουργεί κυρίως ως μηχανισμός «ανάσχεσης» με όλο το πραγματικό κοινωνικό και πολιτικό κόστος αυτό συνεπάγεται. Πάνω από όλα μια τέτοια διαφορετική πολιτική δεν θα σήμαινε παράταση της δυστυχίας ανθρώπων που αποτελούν τα πραγματικά και διαρκή θύματα αυτών των καταστάσεων.

Γράψτε το σχόλιό σας