Βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ το έλεγε στον τηλεοπτικό αέρα, εν αναμονή των συζητήσεων και των αποφάσεων στη Σύνοδο Κορυφής των Βρυξελλών, προεξοφλώντας ότι για το γενικότερο τουρκικό ζήτημα που αντιμετωπίζει η Ευρώπη, καθώς και το Προσφυγικό, οι αποφάσεις θα είναι λειψές: «Είμαστε έθνος ανάδελφο!». Πρόκειται, βέβαια, για επισήμανση του Χρήστου Σαρτζετάκη, πριν από τριάντα και πλέον χρόνια, όταν ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας ήθελε να δείξει ότι στα εθνικά θέματα η Ελλάδα δεν καλείται να ακολουθήσει μόνο έναν ανηφορικό δρόμο, αλλά και μοναχικό.

 

Ηταν μια εποχή έντονου εποικισμού στα κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου, με παράλληλη ενίσχυση της παρουσίας του τουρκικού στρατού, χωρίς να ιδρώνει το αφτί κανενός στο διεθνές στερέωμα. Λίγα χρόνια νωρίτερα, ο Ραούφ Ντενκτάς είχε ανακηρύξει την ανεξαρτησία του ψευδοκράτους, ενώ η απόπειρα ερευνών στα νερά του Αιγαίου από το σεισμογραφικό «Σισμίκ» – το πάλαι ποτέ «Χόρα» – είχε διαμορφώσει μια πολεμική ατμόσφαιρα στον άξονα Αθήνας – Αγκυρας που μέχρι σήμερα δεν έχει διαλυθεί.

 

Η αντίδραση του Ανδρέα Παπανδρέου και μια αιφνιδιαστική κίνηση στρατιωτικής συμμαχίας με τη Βουλγαρία του Τοντόρ Ζίφκοφ είχαν αποτρέψει το 1987 την έλευση του «Σισμίκ» σε ελληνικά ύδατα, αλλά η Ουάσιγκτον, η Ευρώπη και το ΝΑΤΟ είχαν περιοριστεί σε μια τακτική Πόντιου Πιλάτου.

 

Το ίδιο έργο έχει παιχθεί από τότε κάμποσες φορές, επιτρέποντας στην Τουρκία να διευρύνει τον κύκλο των προκλήσεων και να γιγαντώνεται, διεκδικώντας ρόλο περιφερειακής δύναμης. Η στάση της Δύσης μπροστά στην τουρκική εισβολή στην κυπριακή ΑΟΖ και στη Βόρεια Συρία φανερώνει ότι ελάχιστα πράγματα έχουν αλλάξει στην τριακονταετία.

Ο βουλευτής δεν έκλεψε την ατάκα, επικαλέστηκε τον Σαρτζετάκη, αναγνωρίζοντας τη δική του πατρότητα για το «ανάδελφον έθνος». Το νόημα της ρήσης ήταν ότι ο κόσμος που διαμορφώθηκε μετά τον 15ο αιώνα και την αποικιοκρατία δεν είχε χώρο για τους Ελληνες. Αγγλόφωνοι, γαλλόφωνοι, γερμανόφωνοι, Σκανδιναβοί και σλαβόφωνοι έχουν απλώσει τις ρίζες τους. Αλλά πέραν της γραμμής Αθήνας – Λευκωσίας, το ελληνικό στοιχείο υπάρχει μόνο μέσα από το στίγμα του μετανάστη. Αμέσως μετά, το βίντεο στην τηλεοπτική οθόνη έδειξε τον Κυριάκο Μητσοτάκη να τονίζει εκ νέου πως «είμαστε λίγοι για να είμαστε διχασμένοι». Κατ’ ουσίαν, οι δύο φράσεις κρύβουν το ίδιο μήνυμα – και θα μπορούσαν να καθοδηγήσουν ένα πολιτικό προσωπικό και μια κοινωνία που επιχειρούν να βρουν μια νέα ισορροπία, ύστερα από μια σχεδόν δεκαετή κρίση που άνοιξε βαθιές πληγές.

Οι καχύποπτοι θα μπορούσαν να αποδώσουν την πρωθυπουργική σύσταση σε λόγους εσωτερικής κατανάλωσης. Ιδίως σε μια περίοδο που η κυβέρνηση ξετυλίγει έναν σχεδιασμό για σημαντικές θεσμικές αλλαγές, οι οποίες δοκιμάζουν τις σχέσεις της με την αξιωματική αντιπολίτευση. Με τη συνταγματική αναθεώρηση ανοιχτή, την κατάργηση της απλής αναλογικής να προβάλλεται ως αναγκαιότητα, αλλά και τη σπουδή για την ψήφο των Ελλήνων της Διασποράς, είναι εύλογο αρκετοί να θεωρούν  προπέτασμα καπνού τα κηρύγματα περί εθνικής ομοψυχίας.

 

Ωστόσο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν μίλησε για πρώτη φορά από το Ζάππειο για την εθνική μας μοναξιά. Είχε εστιάσει σε αυτήν ήδη από την προεκλογική περίοδο, ενώ σε συναινετικούς τόνους φροντίζει να κινείται και στη Βουλή. Προφανώς το δείγμα γραφής θα είναι πιο καθαρό στους μήνες που θα ακολουθήσουν και οι πραγματικές προθέσεις όλων θα αποκαλυφθούν. Αλλά εάν υπάρχει μια ευκαιρία για ένα νέο πολιτικό κλίμα, μακριά από τον διχασμό της μνημονιακής περιόδου, που θα έχει θετικό αντίκτυπο και στην κοινωνία, αυτή δεν πρέπει να χαθεί.

 

Κι ακόμα, σε μια χώρα που προετοιμάζεται για πολύμηνους εθνικούς εορτασμούς,  ζητούμενο είναι επίσης αυτή η επιχείρηση εθνικής ανάτασης να μη συνδεθεί με πατριδοκαπηλία και εθνικιστική παραζάλη. Η Ελλάδα μιας μεγάλης ευρωπαϊκής οικογένειας μπορεί να αναζητήσει συμμάχους και να χαράξει μια ασφαλή πορεία, η Ελλάδα της φουστανέλας και της περικεφαλαίας θα παραμείνει καθηλωμένη στο παρελθόν. Και μόνη.