Ο Ερντογάν δεν πτοείται από κυρώσεις. Τρία χρόνια μετά το πραξικόπημα του 2016 Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν παραμένει κυρίαρχος στο τουρκικό πολιτικό παιχνίδι, παρά τα πολιτικά πλήγματα που δέχτηκε στις πρόσφατες τοπικές εκλογές και κυρίως σε σχέση με την απώλεια της δημαρχίας της Κωνσταντινούπολης που μέχρι τώρα κατείχε το κυβερνών AKP.

Μάλιστα, αντί για την ανατροπή του, το πραξικόπημα αποτέλεσε τον καταλύτη για μια συνταγματική αναθεώρηση που τον κατέστησε τον βασικό πόλο εξουσίας στην Τουρκία, ενώ έδωσε το πρόσχημα για μια εκτεταμένη καταστολή πολιτικών αντιπάλων, που δεν περιορίζονται στους «γκιουλενιστές» αλλά περιλαμβάνουν και πλήθος αριστερών και Κούρδων.

Την ίδια στιγμή η Τουρκία παραμένει μπλεγμένη σε ένα ιδιαίτερο σύνθετο πλέγμα γεωπολιτικών αντιθέσεων, το οποίο, προς το παρόν τουλάχιστον, το αντιμετωπίζει με τρόπο αρκετά επιθετικό, προτιμώντας τις «προβολές ισχύος» και τις «μονομερείς ενέργειες» αντί για τους πρόωρους συμβιβασμούς.

 

Η σύγκρουση με τις ΗΠΑ

Η πιο βασική αντίφαση στην οποία βρίσκεται η Τουρκία αφορά τη σχέση με τις ΗΠΑ. Και εδώ το πραξικόπημα λειτούργησε ως καταλύτης, εφόσον η πλευρά Ερντογάν επιμένει ότι η κυβέρνηση Ομπάμα είχε ανάμειξη στο πραξικόπημα, όμως οι αιτίες βρίσκονται κυρίως στις διαφορετικές στοχεύσεις στη συριακή κρίση, ιδίως από τη στιγμή που οι ΗΠΑ επένδυσαν στις κουρδικές δυνάμεις στην πάλη κατά του Ισλαμικού Κράτους, ενεργοποιώντας έναν βασικό «υπαρξιακό κίνδυνο» για την Τουρκία.

Πάνω σε αυτό ήρθε η αντιπαράθεση για τη σχέση της Τουρκίας με τη Ρωσία. Σε πείσμα εύκολων σχηματοποιήσεων, η Τουρκία δεν ήταν γενικά θετικά προδιατεθειμένη απέναντι στη Ρωσία, ιδίως από τη στιγμή που η Ρωσία στήριζε την κυβέρνηση Άσαντ και είχε ανάμειξη στον πόλεμο στη ΣΥΡΙΑ. Μάλιστα, οι σχέσεις των δύο χωρών έφτασαν στο χαμηλότερο σημείο μετά την κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού αεροσκάφους από τουρκικά πυρά στα τέλη Νοεμβρίου του 2015.

Ωστόσο, ήταν η ίδια η εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων στη Συρία και το γεγονός ότι η Ρωσία, που εξελίχθηκε στον βασικό power broker στη Συρία, ήταν αντίθετη σε οποιοδήποτε σχέδιο για τον εδαφικό και πολιτικό κατατεμαχισμό της Συρίας, άρα και σε οποιαδήποτε προοπτική κουρδικής έστω και οιονεί κρατικής οντότητας, που έδωσαν ώθηση σε μια στενότερη συνεργασία που επικυρώθηκε και με την Τουρκική παρουσία στη «διαδικασία της Αστάνα», μαζί με τη Ρωσία, και το Ιράν.

Η αντιπαράθεση για τους S-400

Θα ήταν λάθος να πούμε ότι ο Ερντογάν και η τουρκική κυβέρνηση έχουν έναν στρατηγικό στόχο τη ρήξη με τη Δύση. Ένας ορισμένος προσανατολισμός προς τη Δύση, όχι μόνο πολιτικά και οικονομικά αλλά και πολιτισμικά, παραμένει σταθερό στοιχείο αναφοράς του τουρκικού πολιτικού συστήματος. Συνδυάζεται, όμως, με μια πάγια δυσπιστία, ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι εθνικό αφήγημα της Τουρκίας περιλαμβάνει τη συγκρότηση του σύγχρονου τουρκικού κράτους σε πείσμα των αποφάσεων των δυτικών δυνάμεων.

Η δυνατότητα εκμετάλλευσης αμυντικών συστημάτων διαφορετικής προέλευσης  προκύπτει έτσι ως έκφραση μιας πιο πάγιας πολιτικής αντίληψης, ιδίως από τη στιγμή που η Τουρκία θέλει να έχει μπορεί να διαθέτει τέτοια αμυντικά συστήματα που θα να υποστηρίζουν το ρόλο της ως περιφερειακής δύναμης.

Όμως, ήρθε να συμπέσει με την όξυνση των αμερικανορωσικών σχέσεων, που ξεκίνησε ήδη πριν από την κυβέρνηση Τραμπ. Ο «Νέος Ψυχρός Πόλεμος» είναι στην πραγματικότητα μια στρατηγική αμερικανική επιλογή, στην προσπάθειά τους να κατοχυρώσουν μια πρωτοκαθεδρία στο διεθνές σύστημα έναντι της πιθανής ανάδυσης ενός ρωσοκινεζικού άξονα. Ωστόσο, αυτό σήμαινε πολύ μεγαλύτερη πίεση σε όλους τους συμμάχους τους να ευθυγραμμιστούν σε αυτή την κατεύθυνση, με την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ να μην έχει αντιστρέψει αυτό το κλίμα.

Για την Τουρκία αυτό διαμόρφωσε μια δύσκολη συνθήκη. Καχύποπτη για τις αμερικανικές προθέσεις στη Συρία, είδε την αμερικανική κυβέρνηση να απαιτεί ουσιαστικά μια ρήξη με τη Ρωσία σε μια στιγμή που η συνεργασία της Άγκυρας με τη Μόσχα γινόταν βασική παράμετρος της διαχείρισης του συριακού ζητήματος.

Απέναντι σε μια τέτοια συνθήκη ήταν πολύ δύσκολο για την Τουρκία να κάνει μια απότομη στροφή. Επιπλέον, είναι προφανές ότι η Τουρκία διεκδικεί ρόλο περιφερειακής δύναμης και άρα είναι πολύ δύσκολο να αρνηθεί αναγκαία αμυντικά συστήματα που ενισχύουν τη θέση της, ιδίως από τη στιγμή που θα φαινόταν ως υπέρμετρη υποχωρητικότητα.

Την ίδια στιγμή, για τον τρόπο που έχει συγκροτηθεί πλέον μια ευρύτερη διακομματική συναίνεση στις ΗΠΑ και σε επίπεδο διπλωματικού κατεστημένου για την αντιμετώπιση της Ρωσίας, είναι πολύ δύσκολο να κάνουν πίσω οι ΗΠΑ ως προς το θέμα των F-35, παρότι η τουρκική οικονομική συμβολή στο όλο εγχείρημα είναι διόλου ευκαταφρόνητη.

Ωστόσο, είναι πολύ δύσκολο για τις ΗΠΑ να πουν ότι χάνουν την Τουρκία ως στρατηγικό σύμμαχο στην περιοχή, έστω και εάν υπάρχουν φωνές στις ΗΠΑ που υποστηρίζουν ότι αρκεί η σύμπραξη με το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία και τις άλλες μοναρχίες του Κόλπου.

Αυτή την αντίφαση προσπάθησε να χειριστεί ο Τραμπ στην κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον Ερντογάν, όμως μένει να δούμε σε ποιο βαθμό θα μπορέσει να σταθεί απέναντι στη διακομματική συναίνεση στο Κογκρέσο ως προς τις κυρώσεις απέναντι στην Τουρκία. Πάντως δεν είναι τυχαίο ότι στις δηλώσεις του χαρακτήρισε «άδικο» το νομοθετικό πλαίσιο που επιβάλλει τις κυρώσεις και υπενθύμισε τη σημασία που έχουν πωλήσεις όπλων τέτοιου ύψους όπως είναι αυτές των F-35.

Το ζήτημα των εξορύξεων στην ΝΑ Μεσόγειο

Το ζήτημα των εξορύξεων στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο εξαρχής βιώθηκε από την τουρκική πλευρά ως στοιχείο που αφορά τη συνολικότερη αναγνώριση της Τουρκίας ως δύναμης που έχει λόγο στην ευρύτερη περιοχή. Ταυτόχρονα, συνδέθηκε με την ίδια την προοπτική του Κυπριακού ζητήματος.

Η επικέντρωση πάντως σε αυτή τη φάση στα όρια της Κυπριακής ΑΟΖ, εκτός των οικοπέδων που έχει αναθέσει η Κυπριακή Δημοκρατία σε εταιρείες εξόρυξης δεν είναι τυχαία. Η Τουρκία έχει δύο παράλληλες αξιώσεις σε σχέση με τις εξορύξεις. Από τη μια έχει τη δική της «αναθεωρητική» ανάγνωση του διεθνούς δικαίου αμφισβητώντας το δικαίωμα των νησιών να έχουν αυτοτελή υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Από την άλλη, εγείρει θέμα συνδιαχείρισης της ΑΟΖ της Κύπρου από τις δύο κοινότητες.

Η Άγκυρα γνωρίζει ότι ως προς το δεύτερο μπορεί να βρει πιο ευήκοα ώτα στη διεθνή κοινότητα. Για παράδειγμα, οι ΗΠΑ δεν θα ήταν αντίθετες σε λύσεις που θα είχαν τέτοιο χαρακτήρα, ενώ ούτως ή άλλως η αμερικανική πλευρά θεωρεί ότι η Τουρκία δικαιούνται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο μερίδιο από τις εξορύξεις στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Δεν είναι τυχαίο ότι την ίδια στιγμή που τα τουρκικά πλοία γεωτρύπανα κάνουν έρευνες εντός της Κυπριακής ΑΟΖ, στην Κύπρο η πλευρά των Τουρκοκυπρίων βάζει θέμα συνεκμετάλλευσης. Άλλωστε, είναι γνωστό ότι έχουμε περάσει σε μια φάση όπου διατυπώνονται και προτάσεις για τη δυνατότητα επίλυσης του Κυπριακού έξω από το πλαίσιο της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας με ενιαία κρατική υπόσταση, προς όφελος λογικών διχοτόμησης μέσω συνομοσπονδίας και με συνδετικό πεδίο τη συνεκμετάλλευση των υδρογονανθράκων. Το Σύμβούλιο των πολιτικών αρχηγών στην Κύπρο απέρριψε σχετική πρόταση της τουρκοκυπριακής πλευράς, όμως είναι σαφές ότι έχει ανοίξει η σχετική συζήτηση.

 

Τα όρια των κυρώσεων

Οι ευρωπαϊκές κυρώσεις ενάντια στην Τουρκία ήταν με ένα  τρόπο αναπόφευκτες από τη στιγμή που η Τουρκία αμφισβήτησε με ευθύ τρόπο τα κυριαρχικά δικαιώματα ενός κράτους-μέλους. Όμως, όπως σχολιάστηκε εκτεταμένα δεν αποτελούν μεγάλα πλήγματα κατά της Τουρκίας. Ούτως ή άλλως, η ενταξιακή διαδικασία της Τουρκίας είναι «παγωμένη» εδώ και αρκετό καιρό, με πρωτοβουλία κυρίως μελών της ίδιας της ΕΕ που δεν επιθυμούσαν διεύρυνση με μια τόσο μεγάλη μουσουλμανική χώρα, ενώ ορισμένες από τις κυρώσεις ήταν δρομολογημένες ούτως ή άλλως με βάση τα ζητήματα με το κράτος δικαίου στην Τουρκία.

Με αυτή την έννοια, οι κυρώσεις δύσκολα από μόνες τους θα οδηγήσουν σε αλλαγή της τουρκικής στάσης, ιδίως όταν η Τουρκία επιθυμεί τη δημιουργία τετελεσμένων ως βασική διαπραγματευτική τακτική της.

Όμως, την ίδια στιγμή είναι σαφές ότι όχι μόνο δεν επιθυμούν όλες οι χώρες στον ίδιο βαθμό τη ρήξη με την Τουρκία, ενδεικτική η διαπραγμάτευση που χρειάστηκε να υπάρξει ως προς το είδος και το εύρος των κυρώσεων, αλλά και συνολικά η ΕΕ δεν είναι έτοιμη για πλήρη ρήξη με μια χώρα η συνεργασία με την οποία είναι σημαντική ως προς τη διαχείριση του προσφυγικού ζητήματος.

 

Οι εσωτερικές αντιθέσεις της Τουρκίας

Αν υπάρχει μια «αχίλλειος πτέρνα» στον Ερντογάν αυτή δεν είναι οι επιλογές του ως προς τα γεωπολιτικά. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η τουρκική κοινή γνώμη είναι έτοιμη να αποδεχτεί ακόμη και ρήξη με τις ΗΠΑ, εάν αναλογιστούμε ότι το 81% θεωρεί ότι οι ΗΠΑ αποτελούν απειλή για την Τουρκία, με τα αντιδυτικά αισθήματα να μοιράζονται εξίσου σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις. Άλλωστε, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κεμάλ Κιλιντσάρογλου τάχθηκε δημοσίως υπέρ της αγοράς των S-400 και κατηγόρησε τις ΗΠΑ για τη στάση τους.

Η πραγματική «αχίλλειος πτέρνα» του Ερντογάν αφορά την εσωτερική κοινωνική δυσαρέσκεια, όχι μόνο για το ιδιαίτερα αυταρχικό στυλ διακυβέρνησης, αλλά και για την κατάσταση της οικονομίας που μέχρι τώρα ήταν το «ισχυρό χαρτί του». Η μεγάλη υποτίμηση της λίρας μπορεί να μην οδήγησε στην κατάρρευση που ορισμένοι προέβλεψαν, ενώ προς το παρόν φαίνεται να υπάρχει συγκράτηση του πληθωρισμού, όμως αρκετοί εκτιμούν ότι τα προβλήματα είναι διαρθρωτικά και αφορούν το ίδιο το παραγωγικό μοντέλο, την ώρα που ο Ερντογάν απομάκρυνε από τη θέση του τον διοικητή της κεντρικής τράπεζας, θεωρώντας η επιμονή του σε υψηλά επιτόκια «έκανε κακό στην οικονομία».

Η δυσαρέσκεια αυτή από μια κοινωνική και οικονομική κατάσταση που δείχνει να διαμορφώνει έναν αβέβαιο ορίζοντα έπαιξε και καθοριστικό ρόλο στο να χάσει το κυβερνών κόμμα τη δημαρχία της Κωνσταντινούπολης, την ώρα που φαίνεται ότι υπάρχουν κινήσεις για τη διαμόρφωση νέου κόμματος που να διεκδικήσει τον πολιτικό χώρο που σήμερα καταλαμβάνει το AKP. Ήδη υπήρξε η αποχώρηση του πρώην αντιπροέδρου της κυβέρνησης και ιδρυτικού στελέχους του ΑΚΡ Αλί Μπαμπατζάν, ενώ αναμένονται και οι κινήσεις του πρώην προέδρου Αμπντουλάχ Γκιούλ.