Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις βρίσκονται σε ένα κρίσιμο σημείο, με τις παραμέτρους που τις ορίζουν να τροποποιούνται και το τοπίο να μην έχει ακόμη ξεκαθαρίσει.

Η πρώτη κρίσιμη αλλαγή σε σχέση με τα δεδομένα είναι η σταδιακή αμερικανική υποχώρηση από τη Συρία. Η απόφαση του προέδρου Τραμπ για αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από τη Συρία αίρει μία από τις βασικές αιτίες αντιπαράθεσης ανάμεσα στην Τουρκία και τις ΗΠΑ.

Μπορεί να μην έχει ακόμη αποσαφηνιστεί με ποιο ρυθμό θα αποχωρήσει το αμερικανικό στρατιωτικό προσωπικό και οι μισθοφόροι ιδιωτικών εταιριών που συνεργάζονται μαζί τους στην παροχή υποστήριξης στις κουρδικές Μονάδες Προστασίες Λαού (YPG),  όμως είναι σαφές ότι κατευνάζονται οι τουρκικοί φόβοι ότι οι ΗΠΑ νομιμοποιούν μια κουρδική οιονεί κρατική οντότητα.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι τα πράγματα θα είναι εύκολα για την Τουρκία. Εάν πρόκειται να υποκαταστήσει τις ΗΠΑ στις επιχειρήσεις κατά των εναπομεινάντων θυλάκων του Ισλαμικού Κράτους, αυτό σημαίνει μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές επιχειρήσεις και παρατεταμένη εμπλοκή, την ίδια ώρα που θα πρέπει να συνεχίζει να διαχειρίζεται ένα μέρος των ισλαμιστικών ένοπλων ομάδων που η ίδια είχε υποστηρίξει.

Την ίδια στιγμή η Τουρκία, που θέλει να μπει στο συριακό έδαφος σε μεγάλο βάθος και για αρκετό χρόνο για να μπορέσει να περιορίσει τις δυνατότητες ένοπλης δράσης των κουρδικών δυνάμεων, θα έχει να αντιμετωπίσει τη σαφή τοποθέτηση της συριακής κυβέρνησης (με τη ρητή στήριξη της Ρωσίας) ότι οι περιοχές της βορειοανατολικής Συρίας θα πρέπει να περάσουν κατά βάση στον έλεγχο τη Δαμασκού.

 

Ένα νέο τοπίο προκλήσεων για την Τουρκία

Αυτό για την Τουρκία σημαίνει μια αναζήτηση αρκετά σύνθετων ισορροπιών. Από τη μια θα θελήσει να εκμεταλλευτεί το γεγονός ότι τμήμα του αμερικανικού πολιτικού και στρατιωτικού κατεστημένου προκρίνει τη συνοχή του ΝΑΤΟ, άρα και την ανοικοδόμηση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Από την άλλη χρειάζεται τη διατήρηση ενός επιπέδου συνεργασίας με τη Ρωσία και το Ιράν, ιδίως ως προς τη διαχείριση του κουρδικού ζητήματος. Και όλα αυτά σε ένα έδαφος όπου διατηρούνται αμοιβαία αισθήματα δυσπιστίας και με τις ΗΠΑ αλλά και με το Ισραήλ.

Είναι προφανές ότι για το επόμενο διάστημα η τουρκική πλευρά κυρίως θα επικεντρωθεί στις εξελίξεις στη Συρία, ενώ προς τα εκεί θα στραφεί και ο κύριος όγκος των τουρκικών ένοπλων δυνάμεων. Με αυτή την έννοια, δύσκολα μπορεί η Τουρκία σήμερα να ανοίξει δεύτερο μείζον μέτωπο.

 

Η προσπάθεια «προβολής ισχύος» σε Αιγαίο και Μεσόγειο

Η επικέντρωση κυρίως στη Συρία δεν σημαίνει ότι η Τουρκία θα υποχωρήσει από τις πάγιες θέσεις της στο Αιγαίο και τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι έχουμε να κάνουμε από τη μια με πάγιες διεκδικήσεις από τη δεκαετία του 1970 (την αμφισβήτηση από την Τουρκία των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο) μαζί με τις νέες αξιώσεις που προέκυψαν μετά την πρόσφατη ανακάλυψη μεγάλων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στη νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Μάλιστα, το προηγούμενο διάστημα η τουρκική πλευρά έδειχνε ιδιαίτερη ανησυχία ως προς το ενδεχόμενο η μερική ρήξη με τις ΗΠΑ αλλά και χώρες με τις οποίες στο παρελθόν είχε καλές σχέσεις όπως το Ισραήλ να οδηγήσει και σε βάρος της τετελεσμένα ως προς αυτές τις αξιώσεις.

Η βασική τουρκική τακτική ως προς αυτά τα ζητήματα είναι το «γκριζάρισμα», δηλαδή η αμφισβήτηση της πλήρους ισχύος του διεθνούς δικαίου αλλά και των υφιστάμενων συνθηκών και η προσπάθεια να παρουσιαστούν τα ζητήματα αυτά ως «ειδικές περιπτώσεις» που απαιτούν ειδική διαπραγμάτευση και ειδική διευθέτηση. Αυτό έχει διατυπωθεί για ένα φάσμα ζητημάτων από το καθεστώς των βραχονησίδων στο Αιγαίο έως το εάν και κατά πόσο η Κύπρος διαθέτει αυτοτελή υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ.

Παρότι αυτό συχνά συνοδεύεται από ιδιαίτερα επιθετική ρητορική (εσχάτως γύρω από το θέμα της «γαλάζιας πατρίδας»), στην πραγματικότητα περισσότερο προσπαθεί να πιέσει τη διεθνή κοινότητα στο να παραδεχτεί ότι υπάρχει ένα θέμα που απαιτεί ειδική ρύθμιση.

Την ίδια στιγμή η Τουρκία γνωρίζει ότι εάν δοκιμάσει να επιβάλει όρους με στρατιωτικό τρόπο είναι πιθανό να συναντήσει την αντίθεση της διεθνούς κοινότητας και το όποιο τετελεσμένο θα προσπαθούσε να δημιουργήσει να καταλήξει πρόβλημα. Ακόμη και η εισβολή στην Κύπρο τελικά άφησε έναν αντιφατικό απολογισμό και σε ορισμένες πλευρές παραμένει ανοιχτή πληγή ακόμη και για την Τουρκία. Ούτε είναι πάντα δεδομένο ότι ένα «θερμό επεισόδιο» θα οδηγούσε σε διαπραγμάτευση που θα κατοχύρωνε ακόμη μεγαλύτερο «γκριζάρισμα».

Ωστόσο, την ίδια στιγμή η Τουρκία είναι μια χώρα στην οποία ένας ορισμένος εθνικισμός διαπερνά πολύ περισσότερο την κοινωνία και αποτελεί σημείο συνοχής του πολιτικού συστήματος (με την εξαίρεση του αριστερού και φιλοκουρδικού HDP). Δεν είναι τυχαίο ότι συχνά η κεμαλική αντιπολίτευση έχει πιο επιθετικούς τόνους στα ελληνοτουρκικά από τον Ερντογάν. Αυτό διαμορφώνει ένα σχετικό βαθμό μεγαλύτερης ανοχής στο εσωτερικό της τουρκικής κοινωνία σε κάποιου είδους ένοπλης «προβολής ισχύος».

 

Τα ανοιχτά μέτωπα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις

Αυτό μπορεί να εξηγήσει τις τακτικές που δείχνει να επιλέγει η τουρκική πλευρά το τελευταίο διάστημα. Στο Αιγαίο επιλέγει την πεπατημένη των αυξημένων παραβιάσεων και το ανέβασμα των φραστικών τόνων, με τη διαρκή υπενθύμιση της ύπαρξης «γκρίζων ζωνών» και της κάθετης αντίθεσης σε τυχόν επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο στα 12 νμ.

Στη νοτιοανατολική Μεσόγειο η Τουρκία εμφανίζεται με δύο συμπληρωματικές γραμμές. Από τη μια, έχει τη «μαξιμαλιστική» άποψη ότι η Κύπρος δεν έχει δική της υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, την οποία έχει αποτυπώσει και σε χάρτες. Από την άλλη εμμέσως δέχεται ότι η Κύπρος έχει ΑΟΖ αλλά η εκμετάλλευσή της πρέπει να γίνει και από τις δύο κοινότητες και όχι μονομερώς από την Κυπριακή Δημοκρατία.

Εδώ είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι η Τουρκία πρέπει να σταθμίσει και την αμερικανική θέση. Οι ΗΠΑ έχουν κάνει σαφές ότι η Κύπρος έχει δική της ΑΟΖ (άλλωστε και οι ίδιες έχουν κηρύξει ΑΟΖ στα δικά τους νησιωτικά συμπλέγματα) και έχουν νομιμοποιήσει το δικαίωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας να κάνει εξορύξεις. Ωστόσο, την ίδια στιγμή οι ΗΠΑ αποδέχονται ότι τα οφέλη πρέπει να πάνε στο σύνολο του νησιού, άρα και στις δύο κοινότητες. Αυτό εξηγεί γιατί η Τουρκία είναι «επιλεκτική» ως προς το ποια «οικόπεδα» της Κυπριακής ΑΟΖ αμφισβητεί, επιλέγοντας για παράδειγμα να μην αμφισβητήσει την εξόρυξη της EXXON-MOBIL στο «οικόπεδο 10».

Τμήμα αυτής της προσπάθειας κατοχύρωσης αξιώσεων και το παιχνίδι με τις δεσμεύσεις περιοχών είτε για ασκήσεις είτε για θαλάσσιες έρευνες, με ποιο πρόσφατο παράδειγμα τη δέσμευση περιοχών για σεισμικές έρευνες από το ειδικό σκάφος Barbaros στην μια ζώνη που περιλαμβάνει και τμήματα της Κυπριακής ΑΟΖ και ακρότατου σημείου της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, δοκιμάζοντας να δει ποια είναι και τα όρια των ελληνικών και διεθνών αντιδράσεων. Ωστόσο, όταν δοκίμασε να κάνει δική της δοκιμαστική γεώτρηση, αυτή έγινε μέσα στα όρια που όλοι αποδέχονται ότι ανήκουν στη δική της υφαλοκρηπίδα.

 

Μια κυβέρνηση χωρίς σαφή στρατηγική

Όλα αυτά διαμορφώνουν ένα ιδιαίτερα σύνθετο τοπίο για την ελληνική εξωτερική πολιτική, μια που απαιτείται ένας συνδυασμός ανάμεσα στην αποφασιστικότητα και την σταθερή προσήλωση στο διεθνές δίκαιο με την προσπάθεια να υπάρχουν γέφυρες επικοινωνίας και συνεννόησης με την τουρκική πλευρά, χωρίς υποχωρήσεις ως προς τα κυριαρχικά δικαιώματα αλλά και χωρίς περιττές ρητορικές εξάρσεις.

Αντί για αυτό, όμως, έχουμε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μια πολιτική που δεν δείχνει να έχει πραγματικό σχέδιο κι εκτίμηση και σε ορισμένες πλευρές απειλεί να αυξήσει και τους κινδύνους για τη χώρα μας.

Ο βασικός σχεδιασμός δείχνει να είναι η επένδυση στη λογική των «τριμερών» και «τετραμερών» συμπράξεων, δηλαδή της συνεργασίας της Ελλάδας και τη Κύπρου με το Ισραήλ και την Αίγυπτο. Το σχήμα αυτό στηρίζεται στην εκτίμηση ότι η Τουρκία διαρκώς θα απομονώνεται από παραδοσιακούς συμμάχους της και άρα είναι ευκαιρία η Ελλάδα να οικοδομήσει αυτή αναβαθμισμένες σχέσεις με άλλες ισχυρές δυνάμεις στην περιοχή που είναι σήμερα απέναντι στην Τουρκία, ιδίως όταν αυτές οι δυνάμεις αποτελούν και συμμάχους των ΗΠΑ.

Παρότι η ανάγκη να διευρύνει κάθε χώρα τις συνεργασίες της είναι εύλογη, η αλήθεια είναι ότι οι τετραμερείς και οι τριμερείς μέχρι τώρα δεν δείχνουν να έχουν αποδώσει ως προς τα εθνικά θέματα επί της ουσίας, είτε αυτό αφορά το Αιγαίο, είτε την Κύπρο. Ούτε έχουν αποτρέψει την Τουρκία από επιθετικές δηλώσεις και κινήσεις.

Την ίδια στιγμή η Ελλάδα πέρασε μια περίοδο κρίσης στις ελληνορωσικές σχέσεις, παρότι η Ρωσία είναι μια δύναμη που εξελίσσεται σε ρυθμιστή των εξελίξεων στο συριακό μέτωπο (όπως αναγνωρίζουν και οι άλλοι τοπικοί «παίκτες» στη Μέση Ανατολή, συμπεριλαμβανομένου και του Ισραήλ) και είναι από τις χώρες που μπορούν να ασκήσουν πίεση στην Τουρκία.

Την ίδια στιγμή, αποδεικνύεται εσφαλμένη η πεποίθηση ότι οι ΗΠΑ είναι σε τροχιά ρήξης με την Τουρκία. Υπάρχουν εντάσεις, υπάρχει καχυποψία, υπάρχουν κέντρα που θα ήθελαν ίσως αυτή τη ρήξη, αλλά υπάρχει η αντίρροπη λογική, την οποία έκανε πράξη ο Τραμπ, που λέει ότι η Δύση δεν έχει την πολυτέλεια της ρήξης με μία χώρα που έχει τις δεύτερες σε μέγεθος ένοπλες δυνάμεις του ΝΑΤΟ.

Όλα τα παραπάνω διατυπώνουν ένα τοπίο πιο σύνθετο, με την Τουρκία να μην είναι εντελώς απομονωμένη, έστω και εάν έχει ανοιχτά μέτωπα στα ανατολικά, και με υπαρκτή διάθεση να μην υποχωρήσει από τις πάγιες θέσεις της.

 

Αντιφατικοί χειρισμοί

Την ίδια στιγμή ως προς τις ίδιες τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, η πολιτική της σημερινής κυβέρνησης είναι τουλάχιστον αντιφατική.

Από τη μια υπάρχουν διάφορα διαβήματα που παραπέμπουν σε μια προσπάθεια βελτίωσης ή αναβάθμισης, από τη στάση που κράτησε η ελληνική κυβέρνηση έναντι του πραξικοπήματος, που το καταδίκασε εξαρχής, μέχρι διάφορες κατά καιρούς δηλώσεις για την ανάγκη αναβάθμισης της συνεργασίας.

Από την άλλη, υπάρχουν και κινήσεις που παραπέμπουν είτε σε μια νέα περίοδο έντασης, είτε σε μερική όξυνση και αλλαγή ισορροπιών, όμως χωρίς έναν πραγματικό σχεδιασμό.

Αυτό φάνηκε π.χ. στην ανακίνηση ζητήματος 12 νμ. Ο τρόπος που διατυπώθηκε η σχετική πρόθεση από τον απερχόμενο τότε υπουργό Εξωτερικών Νίκο Κοτζιά, παρουσία του πρωθυπουργού, έστελνε ταυτόχρονα το μήνυμα ότι η Ελλάδα ανοίγει ένα θέμα που είναι παγωμένο από δεκαετίες αλλά και ότι αποδέχεται ότι υπάρχει «ειδικό καθεστώς» στο Αιγαίο, εφόσον ανακοινώθηκε πρόθεση επέκτασης των χωρικών υδάτων μόνο για το Ιόνιο, όπου ούτως ή άλλως δεν υπάρχουν προβλήματα.

Ακόμη, όμως, πιο αντιφατικές είναι οι τοποθετήσεις που ακούγονται από τη μεριά του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, που σε ορισμένες περιπτώσεις θα μπορούσαν να αποτελέσουν και λόγο ουσιαστικής ανησυχίας.

Η ρητορική του Πάνου Καμμένου σε αρκετές περιπτώσεις παραπέμπει σε ένα σκηνικό διαρκούς έντασης με την Τουρκία που συναγωνίζεται συχνά σε όξυνση και υπερβολή τις δηλώσεις που έρχονται από την αντίπερα όχθη του Αιγαίου.

Και παρότι είναι συνηθισμένος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις ένας ορισμένος καταμερισμός όπου οι υπουργοί Άμυνας ανεβάζουν τους τόνους, αλλά οι πρωθυπουργοί τους κατεβάζουν, εντούτοις υπάρχει αντικειμενικά πρόβλημα με μια ρητορική που παραπέμπει σε ενδεχόμενο «θερμού επεισοδίου». Όπως, επίσης, δημιουργεί πρόβλημα το να συμπεριφέρεται ο υπουργός Εθνικής Άμυνας ως υπεύθυνος για την εξωτερική πολιτική της χώρας.

Και τα πράγματα δεν κάνει ευκολότερα, η πρόσφατη δήλωση του Α/ΓΕΕΘΑ Ευάγγελου Αποστολάκη, που σύμφωνα με πληροφορίες προαλείφεται και για ΥΠΕΘΑ σε περίπτωση αποχώρησης του Πάνου Καμμένου από την κυβέρνηση με αφορμή τη Συμφωνία των Πρεσπών, ότι σε περίπτωση κατάληψης ελληνικής βραχονησίδας, οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις θα την ισοπέδωναν, ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι αφενός δουλειά των ένοπλων δυνάμεων είναι να αποτρέψουν τέτοιο ενδεχόμενο και δεύτερον ότι δεν μπορεί οι στρατηγικές επιλογές να περιορίζονται είτε στην αποδοχή της κατάληψης ελληνικού εδάφους, είτε στην ισοπέδωση ελληνικού εδάφους.

 

Θέλουμε «θερμό επεισόδιο»;

Προφανώς και οι ένοπλες δυνάμεις πρέπει να προετοιμάζονται για κάθε ενδεχόμενο, συμπεριλαμβανομένων και προκλήσεων που δεν θα είχαν απαραίτητα την τυπική μορφή της ένοπλης επέμβασης. Όμως, αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι θα πρέπει να εργάζονται για να τις αποτρέψουν, ενώ την ίδια ώρα δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η αντιμετώπισή τους πρέπει να είναι μια πολιτική απόφαση που θα πρέπει επίσης να σταθμίσει ότι μια στρατιωτική κλιμάκωση θα μπορούσε να έχει τραγικές συνέπειες και όχι απαραίτητα θετική έκβαση.

Σε αυτό το πλαίσιο θα ήταν τουλάχιστον επικίνδυνη οποιαδήποτε σκέψη ότι ένα θερμό επεισόδιο θα μπορούσε έως και να διευκόλυνε τους ελληνικούς σχεδιασμούς απομονώνοντας την Τουρκία ή επιβάλλοντας στη διεθνή κοινότητα να πάρει θέση υπέρ της Ελλάδας. Μπορεί και να συμβεί το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή να υπάρξει πίεση για άμεσο συμβιβασμό. Άλλωστε, και το παράδειγμα των Ιμίων αυτό δείχνει.

Όπως, επίσης, οι αποφάσεις για όλα αυτά πρέπει να λαμβάνονται με κριτήριο έναν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και συνυπολογισμό όλων των παραμέτρων και των ενδεχομένων και όχι π.χ. με κριτήριο προεκλογικούς σχεδιασμούς ή προσπάθειες διαχείρισης πολιτικών αδιεξόδων. Όμως, αυτό απαιτεί και κυβερνήσεις που λειτουργούν με τη λογική του σχεδιασμού και όχι της διαχείρισης της πολιτικής δημοσιότητας ή ακόμη χειρότερα των ενδοκυβερνητικών ισορροπιών.