Την άνοιξη του 2001 η Βουλή των Ελλήνων ολοκλήρωσε τη δεύτερη αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975, μια διαδικασία που ξεκίνησε το 1995.

Στην αναθεώρηση αυτή τροποποιήθηκαν 79 άρθρα του Συντάγματος με ευρεία πλειοψηφία που έφτασε ως και τα 4/5 του συνόλου των βουλευτών στα περισσότερα. Η συναίνεση επετεύχθη παρότι και πόλωση υπήρχε και οι «άγριες» εκλογές του 2000 μεσολάβησαν. Η αναθεώρηση μάλιστα δεν τέθηκε καθόλου στην προεκλογική αρένα. Σε μια εποχή που οι κατηγορίες για διαπλοκή και «αλλοίωση του αποτελέσματος των εκλογών» έδιναν κι έπαιρναν, ουδείς εκ των πρωταγωνιστών δεν έβαλε το Σύνταγμα, τη χάρτα του πολιτεύματος της χώρας, στη μέση των καυγάδων τους. Η συζήτηση γινόταν στον μοναδικό φυσικό χώρο της, στη Βουλή, κι ήταν επιπέδου ανάλογου με το θέμα που αφορούσε. Επί της ουσίας, χωρίς τερατολογίες και κραυγές εκτός θέματος, με εισηγητές τον Ευάγγελο Βενιζέλο, τον Ιωάννη Βαρβιτσιώτη, τον Αντώνη Σκυλλάκο και τον Φώτη Κουβέλη.

Οι επικριτές της αναθεώρησης του 2001 έχουν συνήθως δυο επιχειρήματα που το ένα αρθρώνεται συμπληρωματικά στο πρώτο. Το πρώτο, λοιπόν, είναι ότι στο βωμό της συναίνεσης θυσιάστηκαν ή μετριάστηκαν κάποιες τομές. Ο αντίλογος είναι ότι αυτό είναι μέρος της ουσίας της διαβούλευσης. Θα ήταν σαφώς πιο απλό να γίνονται δραστικές τομές αν το Σύνταγμα ήταν κάτι σαν τις πλάκες του Μωυσή, αν το υπαγόρευε μια ανώτατη αρχή, ένα κονκλάβιο σοφών επιστημόνων ή, για κάτι πιο ρεαλιστικό, μια κυβερνητική πλειοψηφία.

Το επιχείρημα που συνήθως ακολουθεί έρχεται να καταρρίψει την έννοια της διαβούλευσης. Λέει λοιπόν ότι τα κόμματα συναίνεσαν στο όνομα της διατήρησης του πολιτικού status quo, ότι, δηλαδή, το θέμα δεν είναι το γεγονός αλλά το κίνητρο πίσω από το γεγονός. Κι ότι το κίνητρο τους ήταν το πολιτικό όφελος, η ισορροπία δυνάμεων κλπ κλπ. Το Σύνταγμα είναι βέβαια ένα σύστημα κανόνων δικαίου αλλά είναι κι ένα σύστημα ζωντανό που φτιάχνεται από τη νομοθετική εξουσία που εκλέγει ο λαός, όχι από τους θεωρητικούς του. Επανερχόμαστε στα «κακά» που έχει η δημοκρατία για όσους έλκονται από μονοπρόσωπα διοικητικά σχήματα (για να το θέσουμε όσο πιο κομψά γίνεται δηλαδή). Δεν έχει απολυτότητες και ολότητες και τελειότητες.

Αυτό που δεν λένε είναι ότι χάρη στην αναθεώρηση του 2001, το Σύνταγμα μας περιλαμβάνει νέα ατομικά δικαιώματα όπως την προστασία της γενετικής ταυτότητας ή την προστασία από την ηλεκτρονική επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και κανόνες διαφάνειας, ότι κατοχύρωσε τις ανεξάρτητες αρχές, ότι προσαρμόστηκε σε καίρια πεδία στην ελληνική κι ευρωπαική νομολογία και τόσα άλλα. Κι αυτά τα λίγα, για κάποιους, και ατελή ίσως, επετεύχθησαν όχι επειδή κάποιους τους έπιασε ένας μαγικός συνταγματικός πατριωτισμός αλλά επειδή οι πολιτικές δυνάμεις αποφάσισαν να κάνουν μια δουλειά.

Γιατί έχει νόημα να θυμόμαστε αυτή τη μάλλον βαρετή και όχι τόσο γαργαλιστική ιστορία;

Γιατί, αφού αρέσει σε κάποιους να εξετάζουν προθέσεις και προυποθέσεις, καμία από τις παραπάνω δεν φαίνεται να υπάρχει τώρα, με μια κυβέρνηση που έχει μια πολύ χαρακτηριστική, εντελώς εργαλειακή, αντίληψη της έννοιας της διαβούλευσης και της συναίνεσης, που ξεκίνησε τη συζήτηση για την αναθεώρηση με την έμπνευση να μεταφέρει τη διαβούλευση στα καφενεία και τις γειτονιές και που τη χρησιμοποιεί ως αφορμή για να επιτεθεί στην αντιπολίτευση η οποία, φυσικά, ανταποκρίνεται αναλόγως. Για να μην πιάσουμε και τις προτάσεις μια μια καλύτερα…

Γράψτε το σχόλιο σας