Επειτα από μία περίοδο γενικού θεσμικού ξεχαρβαλώματος, το οποίο εκδηλώθηκε με πολλούς και διάφορους τρόπους (αντισυνταγματικό δημοψήφισμα του 2015, αγνόηση του αποτελέσματός του, υπονόμευση και de facto κατάργηση των ανεξάρτητων αρχών, καταφανείς παρεμβάσεις και απόπειρες χειραγώγησης της Δικαιοσύνης και τόσα άλλα), ο Αλέξης Τσίπρας αποφάσισε ότι η χώρα χρειάζεται συνταγματική αναθεώρηση.

Και εν όψει αυτής έστειλε μία επιστολή. Αγνοώντας στην ουσία το ίδιο το Σύνταγμα και αναγορεύοντας σε αρχηγούς κομμάτων και θεσμικούς συνομιλητές μεμονωμένα πρόσωπα στην Βουλή, τα οποία εξελέγησαν με άλλα κόμματα και τώρα είναι είτε υπουργοί του (Παπακώστα), είτε οιονεί συνοδοιπόροι του (Νικολόπουλος), είτε απλά μέλη μίας κοινοβουλευτικής ομάδας (Θεοχαρόπουλος). Εφτασε δε στο σημείο να καθιστά αρμόδιο για τις συνταγματικές αλλαγές ακόμη και κάποιον που δεν είναι καν βουλευτής, όπως ο Γιώργος Παπανδρέου.

Όσο και αν θελήσει κάποιος να πιστώσει αγαθές προθέσεις στον κ. Τσίπρα και την απόπειρα της αναθεώρησης του Συντάγματος, μάλλον αλλάζει γνώμη ακούγοντας την σχετική ομιλία του προς τους βουλευτές του το μεσημέρι της Τρίτης.

Σε αυτήν, κεντρικός άξονας ήταν η επίθεση στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, από τον οποίο κατά τα λοιπά αξιώνει συναίνεση και πνεύμα συνεργασίας.

Παρά ταύτα όμως του καταλογίζει «κωμικοτραγική θεσμικά συμπεριφορά». Επειδή, κατά τον πρωθυπουργό έτσι χαρακτηρίζεται η στάση του κ. Μητσοτάκη, ο οποίος ζητεί να ληφθούν υπόψη και οι δικές του προτάσεις για την αναθεώρηση, προκειμένου να συναινέσει.

Εν ολίγοις ο κ. Τσίπρας φερόμενος τάχα με θεσμική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, καλεί σε διάλογο την αξιωματική αντιπολίτευση. Δεν είναι όμως διατεθειμένος να συμπεριλάβει άλλες προτάσεις από τις δικές του στην διαδικασία της αναθεώρησης. Θέλει απλώς οι άλλοι να συμφωνήσουν με τις δικές του.

Ο συνδυασμός των δύο συμπεριφορών, από την μία της αναγόρευσης μεμονωμένων βουλευτών σε θεσμικούς συνομιλητές και από την άλλη της περιφρόνησης της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ακυρώνουν εν τη γενέσει τους τις απόπειρες του Πρωθυπουργού να εμφανιστεί ως θεματοφύλακας του Συντάγματος.

Καταδεικνύουν την πραγματική του πρόθεση μικροκομματικής σκοπιμότητας και εν τέλει αποπροσανατολισμού από όλα τα μέτωπα στα οποία οι εξελίξεις μπορεί να αποδειχθούν από κρίσιμες έως και μοιραίες.

Κατά μία έννοια, η απόπειρα του κ. Τσίπρα είναι τόσο απροκάλυπτη, που αυτοακυρώνεται και αποκαλύπτεται με ενοχλητικό τρόπο.

Ζητεί συναίνεση υβρίζοντας και εκκινεί μία από τις σοβαρότερες και κρισιμότερες διαδικασίες του δημοκρατικού πολιτεύματος διχάζοντας και φτιάχνοντας διαχωριστικές γραμμές.

Το θλιβερό είναι ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο, μία ουσιαστική δυνατότητα αναθεώρησης απλώς «καίγεται», δεδομένου και ότι το περιεχόμενο των διατάξεων θα αποφασιστεί από την επόμενη Βουλή, στην οποία ο κ. Τσίπρας δύσκολα θα έχει την αναγκαία πλειοψηφία.

Μπορεί στις φιλοδοξίες του Πρωθυπουργού να συγκαταλέγεται και ένα «Σύνταγμα Τσίπρα», όμως για μια ακόμη φορά η προχειρότητα και οι εξόφθαλμες μεθοδεύσεις προδίδουν τις πραγματικές του προθέσεις.

Γράψτε το σχόλιο σας