«Αρνούμαι την κατηγορία. Δεν δωροδόκησα κρατικό υπάλληλο. Δεν διακίνησα χρήματα για παράνομες πληρωμές παρά μόνο για νόμιμους σκοπούς της εταιρίας», δήλωσε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων ο άλλοτε Γενικός Διευθυντής της Siemens Ελλάς Πρόδρομος Μαυρίδης, που ξεκίνησε σήμερα να απολογείται για την υπόθεση της σύμβασης “8002” με τον ΟΤΕ το 1997, σχετικά με την ψηφιακοποίηση των κέντρων του.

Ο άνθρωπος που -κατά το κατηγορητήριο – διακίνησε τεράστια χρηματικά ποσά σε παράνομες πληρωμές, επικαλέστηκε με την έναρξη της απολογίας του αποφάσεις της ελβετικής και της γερμανικής Δικαιοσύνης, οι οποίες δικαιώνουν τη θέση που προβάλλει από την αρχή της υπόθεσης: «Ελέγχθηκα έξι χρόνια από την ελβετική Δικαιοσύνη και επτά χρόνια από τη γερμανική. Μου έκανε έλεγχο το ΣΔΟΕ και η Αρχή για την Καταπολέμηση παράνομων εσόδων, και δε βρέθηκε τίποτε».

Ο κ. Μαυρίδης, επικαλούμενος δεκάδες έγγραφα που διάβαζε στο δικαστήριο, αφού τόνισε ότι η επαγγελματική σχέση του με τη Siemens ξεκίνησε δύο χρόνια αφού είχε υπογραφεί η «8002», ισχυρίστηκε ότι δεν προκύπτει ζημία του ΟΤΕ.

Αντίθετα, κατά τον κατηγορούμενο, επρόκειτο για ένα «γιγαντιαίο πρόγραμμα», επωφελές «χρηματοοικονομικά» για τον οργανισμό. Είπε μάλιστα ότι η τότε απερχόμενη διοίκηση της γερμανικής εταιρείας, «το έδωσε “σκοτώνοντας” τις τιμές».

Η θέση του άλλοτε ισχυρού στελέχους της ελληνικής εταιρείας είναι ότι ο ΟΤΕ δεν έχει υποστεί την παραμικρή οικονομική ζημιά από την επίμαχη συμφωνία αλλά και όσες ακολούθησαν σε εφαρμογή αυτής.

Αντίθετα, περιέγραψε ότι μετά το 2000, με συγκεκριμένες πρακτικές του, ο ΟΤΕ προκαλούσε πρόβλημα στην ελληνική Siemens κάνοντας κάποιες φορές «έξαλλους τους Γερμανούς».

Ο κ. Μαυρίδης επικαλέστηκε έγγραφο του ΟΤΕ, τον Οκτώβριο του 1999, το οποίο αναφέρει ότι βαίνει ομαλότατα η πορεία υλοποίησης της προγραμματικής συμφωνίας και ότι έχουν ακολουθήσει άλλες 33 συμβάσεις, χωρίς να διαπιστώνεται κανένα πρόβλημα.

Μετά όμως, κατά τον κατηγορούμενο, ακολούθησε μία άλλη τακτική από τον ΟΤΕ και έτσι σε επέκταση της σύμβασης «έγινε με χειρότερο και καταχρηστικό τρόπο η απαίτηση του ΟΤΕ».

Ο κατηγορούμενος είπε ότι «μετά το 2000 ο ΟΤΕ άρχισε την πολιτική «τώρα είμαι καλά στα πόδια μου, τώρα θα σας δείξω εγώ». Πίεζαν εκ του ασφαλούς. Δεν πλήρωναν τιμολόγια. Κάναμε διαπραγματεύσεις επί ένα χρόνο, και ενώ ήδη είχε εγκατασταθεί σε όλη τη χώρα το δίκτυο. Εγώ, τι να κάνω; Να πάω να ξηλώσω το δίκτυο; Ο ΟΤΕ έλεγε εγώ θέλω εκπτώσεις και δεν τηρώ τις προγραμματικές μου δεσμεύσεις. Μας πίεζαν συνεχώς και αδιαλείπτως. Το 2003 για παραγγελίες συνολικού κόστους 36 εκατομμυρίων ευρώ, η έκπτωση που δώσαμε ήταν 15 εκατομμύρια, 41% έκπτωση. Αυτή είναι η διαδικασία του «βλαφθέντος», του μη ωφεληθέντος ΟΤΕ».

Κατά τον ίδιο, η εταιρεία έδινε εξωσυμβατικές εκπτώσεις στον ΟΤΕ, καθώς έρχονταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες, και «θα ήταν η Siemens υπεύθυνη αν δεν υλοποιούνταν το πρόγραμμα του ΟΤΕ; Παρείχαμε τεχνική υποστήριξη συνεχώς με κόστος 9% επί των εγκατεστημένης βάσης και δεν πλήρωναν. Εμείς όμως το παρείχαμε, γιατί αν υπήρχε πρόβλημα σε δίκτυο, σε κάποιο πρόγραμμα, στα ευρυζωνικά, οπουδήποτε, είχαμε ποινική ρήτρα».

Ο κ. Μαυρίδης είπε επίσης πως ενόσω διεξάγεται η παρούσα δίκη, έμαθε ότι ο ΟΤΕ πριν από έξι μήνες, έκανε διαδικασίες ώστε να εισπράξει χρήματα από εγγυητική επιταγή που αφορούσε ρήτρες παράδοσης σχετικές με την «8002» και συνέχισε: «Αφού η σύμβαση είναι ανοικτή , γιατί δεν ζητά λοιπόν ο ΟΤΕ την εφαρμογή και της ρήτρας για την αναπροσαρμογή των τιμών; Να σας πως εγώ, γιατί δεν το κάνει. Γιατί θα του κοστίσει 30 με 35 εκατομμύρια ευρώ. Αν έχει ζημιωθεί, ας το κάνει λοιπόν, να το δούμε».

Επίσης, υποστήριξε ότι τα χρήματα που φέρεται να διακίνησε μέσω του τραπεζίτη Όσβαλντ αφορούσαν πληρωμές συμβούλων για εκπόνηση μελετών σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας αγορών, όπως της Αρμενίας, της Νότιας Αφρικής κλπ, ή για άλλους σκοπούς της εταιρείας : «Τι να έκανα, κύριε πρόεδρε, σε αυτές τις χώρες με έστελναν να βολιδοσκοπώ».

Η απολογία θα συνεχιστεί και κατά την επόμενη συνεδρίαση.