Η μεγάλη πτώση στο Χρηματιστήριο Αθηνών και οι σοβαρές πιέσεις προς τις μετοχές των ελληνικών τραπεζών καταδεικνύουν το τελευταίο διάστημα την έλλειψη ανταγωνιστικότητας αλλά και βάθους της ελληνικής οικονομίας όσον αφορά την προσφορά και ζήτηση τίτλων, καθώς η πολύ χαμηλή κεφαλαιοποίηση εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα προμήνυε ότι η αγορά δεν θα άντεχε σε μια ενδεχόμενη κρίση, είτε εξωγενή είτε συστημική.
Θα πρέπει να γίνει σαφές ότι το βασικό τραπεζικό πρόβλημα αυτή τη στιγμή είναι ο μεγάλος όγκος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, αλλά με μια τάση που βαίνει μειούμενη μετά τις συνεχείς πρωτοβουλίες των τραπεζών, τόσο των ρυθμίσεων και αναδιαρθρώσεων μεγάλων επιχειρηματικών δανείων, όσο και των πωλήσεων συγκεκριμένων χαρτοφυλακίων σε funds με συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις για τις ανακτήσεις τους.
Μπορεί οι ελληνικές συστημικές τράπεζες να είναι κεφαλαιακά επαρκείς μετά και τα τελευταία stress tests της ΕΚΤ, όμως έχουν την ατυχία να τιμολογούνται από τις αγορές, με βάση τον κίνδυνο συνολικά της ελληνικής οικονομίας και κατ» επέκταση του πιστωτικού ρίσκου που διακατέχει την αγορά ομολόγων του Δημοσίου.
Η συνολική πτώση των τραπεζών οφείλεται στο άθροισμα τριών βασικών συνισταμένων. Η πρώτη είναι η αδυναμία της ελληνικής οικονομίας να βρει τον δρόμο της προς τις διεθνείς αγορές και να δανειστεί με αξιοπρεπή επιτόκια, γεγονός που αυξάνει το ρίσκο όσον αφορά την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους.
Η δεύτερη παράμετρος αφορά τη διαχείριση των κόκκινων δανείων και σχετίζεται με τις φημολογούμενες πρωτοβουλίες της κυβέρνησης, που θα ήθελε μέσω ενός προγράμματος προστασίας ενεργητικού να μεταφέρει ένα μεγάλο μέρος των δανείων αυτών σε μια ξεχωριστή νομική οντότητα μέσα από κρατική χρηματοδότηση, που σημαίνει ότι οι αγορές μπορούν να το ερμηνεύσουν ως μια μίνι κρατική διάσωση, με ανυπολόγιστες συνέπειες στην πιστωτική υπόσταση του τραπεζικού συστήματος.
Η τρίτη συνισταμένη είναι εξωγενής και οφείλεται στην σύγκρουση της Ιταλίας με την Κομισιόν, όσον αφορά τον δικό της προϋπολογισμό και το αν θα ακολουθήσει μια πολιτική λιτότητας παρόμοια με αυτή της Ελλάδας ή όχι. Η εκτόξευση των spreads των ομολόγων λόγω Ιταλίας είναι σαφές ότι επηρεάζει τους επενδυτές που φοβούνται μία περιφερειακή κρίση, πουλώντας σε μη ανταγωνιστικές αγορές όπως η Ελλάδα με θύμα τις τραπεζικές μετοχές.
Σε κάθε περίπτωση, είναι γεγονός ότι τράπεζες και πραγματική οικονομία είναι συγκοινωνούντα δοχεία και είναι άτοπο να το βλέπει κάποιος ως κάτι διαφορετικό, από τη στιγμή που μπορεί εύκολα ένα δημόσιο χρέος να μετατραπεί σε ιδιωτικό αλλά και το αντίστροφο, δημιουργώντας συνθήκες ύφεσης και στασιμότητας στην οικονομία.
Η κυβέρνηση οφείλει άμεσα να καταρτίσει ένα σοβαρό πλάνο διαχείρισης των ληξιπρόθεσμων οφειλών με βάση την ωρίμαση των ομολόγων των επόμενων ετών για να περιορίσει το ρίσκο και να παρακολουθεί με την βοήθεια της ΤτΕ τις εμπορικές τράπεζες, ώστε να περάσουν σύντομα στην επενδυτική βαθμίδα αξιολόγησης και να χρηματοδοτήσουν τάχιστα την ελληνική επιχειρηματικότητα που τόσο έχει ανάγκη.
Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός

Γράψτε το σχόλιο σας