Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026
weather-icon 21o
in.gr

Τραπεζική Κρίση και ύφεση για μη ειδικούς

Ανάλυση του κ.Περικλή Γκόγκα, Λέκτορα Οικονομικής Ανάλυσης και Διεθνών ΟικονομικώνΤμήμα Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και Ανάπτυξης Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο ΘράκηςΤο δημόσιο χρέος των ΗΠΑ, ο Truman, τα επιτόκια και τα στεγαστικά δάνεια σε μια ντετερμινιστική αλληλουχία που μας αγγίζει όλουςΕίναι συνηθισμένο για κάθε θέμα που αφορά στην επικαιρότητα να ακούμε γνώμες, απόψεις, επικρίσεις -και πολύ σπανιότερα προτάσεις- […]

Ανάλυση του κ.Περικλή Γκόγκα, Λέκτορα Οικονομικής Ανάλυσης και Διεθνών ΟικονομικώνΤμήμα Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και Ανάπτυξης Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

Το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ, ο Truman, τα επιτόκια και τα στεγαστικά δάνεια σε μια ντετερμινιστική αλληλουχία που μας αγγίζει όλους

Είναι συνηθισμένο για κάθε θέμα που αφορά στην επικαιρότητα να ακούμε γνώμες, απόψεις, επικρίσεις -και πολύ σπανιότερα προτάσεις- παίρνοντας πάντα ως δεδομένο ότι όλοι μας είμαστε κοινωνοί της αντίστοιχης θεωρητικής και πρακτικής εξειδικευμένης γνώσης. Στην σημερινή επικαιρότητα ακούμε για κολοσσούς να καταρρέουν, «τοξικά ομόλογα», προβληματικά στεγαστικά δάνεια, επικίνδυνο βαθμό leverage (χρηματοοικονομικής μόχλευσης) των τραπεζών, κεντρικές τράπεζες σε ρόλο δανειστή της ύστατης στιγμής, εγγυήσεις καταθέσεων, κλπ. Πώς συνδέονται όλα αυτά μεταξύ τους όμως; Ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα και από πού προέρχεται;

Τα Στεγαστικά Δάνεια

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Εδώ και ένα χρόνο περίπου, άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα προβλήματα στην τραπεζική αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών αρχικά στις τράπεζες που εξειδικεύονταν στα στεγαστικά δάνεια (mortgages) και στην συνέχεια σε όλο το τραπεζικό σύστημα. Το πρόβλημα ήταν απλό: τα επιτόκια στην αμερικανική οικονομία είχαν ανέβει σημαντικά και πολλοί από αυτούς που είχαν αγοράσει κατοικίες αδυνατούσαν πλέον να πληρώνουν τις δόσεις τους που ήταν σε κυμαινόμενο επιτόκιο καθώς η συνολική μηνιαία τοκοχρεολυτική δόση αυξήθηκε σημαντικά. Η κυβέρνηση Bush κατά το παρελθόν είχε θεωρήσει σωστό ως μέτρο κοινωνικής πολιτικής να ωθήσει τους αμερικανούς που βρίσκονταν κάτω από την μεσαία τάξη, να αγοράσουν σπίτια, διευκολύνοντας την παροχή τέτοιων δανείων από τις τράπεζες. Οι κατασκευαστές αντέδρασαν σε αυτή την πολιτική με πολύ μεγάλη αύξηση των κατασκευών νέων κατοικιών κρατώντας παράλληλα τεχνητά τις τιμές σε υψηλά επίπεδα παρά την μεγάλη προσφορά.

Το Δημόσιο Χρέος των ΗΠΑ

Τα επίπεδα των επιτοκίων στην αμερικανική οικονομία όμως δεν ήταν τυχαία σε υψηλά επίπεδα ούτε αποτέλεσμα των επιλογών των νομισματικών αρχών (του Federal Reserve). Η αμερικανική οικονομία ήταν αναγκασμένη να κρατά τα επιτόκιά της σε υψηλά επίπεδα έτσι ώστε να μπορεί να δανείζεται διεθνώς παρά το ήδη πολύ μεγάλο εξωτερικό της χρέος. Το συνολικό χρέος του δημόσιου τομέα των ΗΠΑ ανέρχεται το 2008 σε $10 τρισεκατομμύρια ενώ το αντίστοιχο μέγεθος το 1980 ήταν το ένα δέκατο και το 2000 ήταν το μισό! Εκφρασμένο ως ποσοστό του συνολικού ΑΕΠ, δηλαδή του συνόλου των αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται στην αμερικανική οικονομία μέσα σε ένα έτος, το χρέος αυτό αντιστοιχεί στο 73% του ΑΕΠ σήμερα ενώ το 1980 και το 2000 ήταν στο 33% και 58% αντίστοιχα. Σε αυτά τα επίπεδα ως ποσοστό του ΑΕΠ το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ έφτασε τελευταία φορά πριν πενήντα και πλέον χρόνια επί προεδρίας Truman και Eisenhower όταν η αμερικανική οικονομία προσπαθούσε να ανασυνταχθεί από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αφενός, με ότι προβλήματα είχαν δημιουργηθεί στην πραγματική οικονομία και τα δημόσια οικονομικά, και αφετέρου αντιμετώπιζε των ψυχρό πόλεμο και τον ανταγωνισμό των εξοπλισμών που επιδείνωνε τον κρατικό προϋπολογισμό.

Το 1990-1991 το χρέος είχε φτάσει το 67% του ΑΕΠ όταν οι ΗΠΑ είχαν εμπλακεί στον πόλεμο στο Ιράκ. Υπολογίζεται ότι μόνο ο τελευταίος πόλεμος στο Ιράκ θα στοιχίσει συνολικά στις ΗΠΑ $3 τρισεκατομμύρια. Όπως κάθε καταναλωτής και κάθε επιχείρηση, όταν αυξάνει σημαντικά το χρέος του, οι τράπεζες θεωρούν ότι μειώνεται η πιστοληπτική του ικανότητα, δηλαδή αναγνωρίζουν ότι αυξάνεται ο κίνδυνος μη-αποπληρωμής και αθέτησης (default) του χρέους. Ο δανειζόμενος έτσι προκειμένου να αντλήσει επί πλέον ρευστότητα είναι διατεθειμένος αλλά και αναγκασμένος να πληρώσει υψηλότερο επιτόκιο. Οι δανειστές από την μεριά τους, για να του δανείσουν επί πλέον χρήματα θα χρειαστεί να του χρεώσουν μεγαλύτερο επιτόκιο καθώς αποτελεί μεγαλύτερο ρίσκο, αυξάνεται δηλαδή ο κίνδυνος αδυναμίας αποπληρωμής.


Κλικ για μεγαλύτερο

Η Τιμή του Πετρελαίου

Είδαμε λοιπόν ότι η ύπαρξη υψηλών επιτοκίων στην αμερικανική χρηματαγορά ήταν αναπόφευκτη λόγω του υψηλού εθνικού χρέους, της τάσης των Αμερικανών ως έθνος να καταναλώνουν περισσότερα από αυτά που παράγουν. Την κατάσταση αυτή επέτειναν ακόμη περισσότερο και οι πληθωριστικές πιέσεις στην αμερικανική οικονομία που ήταν αποτέλεσμα της αύξησης της τιμής του πετρελαίου η οποία μετακυλιόμενη συμπαρέσυρε και τις τιμές των αγαθών και υπηρεσιών. Η αύξηση των τιμών του πετρελαίου έπληξε πολύ περισσότερο τα μεσαία αμερικανικά εισοδήματα από ότι τα ευρωπαϊκά ή τα εισοδήματα της μεσαίας τάξης άλλων αναπτυγμένων χωρών. Αυτό συνέβη γιατί στην περίπτωση των άλλων χωρών σημαντικό μέρος της πολύ μεγάλης αύξησης της τιμής του πετρελαίου αντισταθμίστηκε από την πτώση του δολαρίου στις διεθνείς χρηματαγορές. Έτσι καθώς το πετρέλαιο είναι ένα αγαθό που αποτιμάται διεθνώς σε δολάρια, η πτώση του δολαρίου σε σχέση με -π.χ.- το ευρώ απορρόφησε σημαντικό μέρος της ανοδικής πορείας του μαύρου χρυσού. Για τους αμερικανούς όμως δεν ήταν το ίδιο: είδαν τις τιμές του πετρελαίου και της βενζίνης να ανεβαίνουν κατακόρυφα. Το πετρέλαιο ενώ τον Οκτώβριο του 2003 ήταν στα $25 το βαρέλι, τον Οκτώβριο του 2005 έφτασε στα $60 και μέσα στο 2008 έφτασε ως τα $150. Η τιμή της βενζίνης στα αμερικανικά πρατήρια αντίστοιχα ήταν $1.31 δολάρια το γαλόνι το 2005, ανέβηκε στα $3.00 το 2005 και μέσα στο 2008 έφτασε τα $4.00. Οι τιμές δηλαδή της βενζίνης για τον αμερικανό καταναλωτή υπερτριπλασιάστηκαν μέσα σε 5 χρόνια!


Κλικ για μεγαλύτερο

Τα υψηλά επιτόκια και η κατακόρυφη αύξησης στην τιμή των καυσίμων είχαν ως αποτέλεσμα την πολύ μεγάλη επιβάρυνση στο κόστος ζωής των μικρομεσαίων νοικοκυριών έτσι ώστε πολλά από αυτά να αδυνατούν πλέον να πληρώσουν τις μηνιαίες δόσεις των στεγαστικών τους δανείων. Το πρόβλημα δεν θα ήταν τόσο μεγάλο για τα τραπεζικά ιδρύματα καθώς τα δάνεια αυτά είναι ενυπόθηκα, δηλαδή δίνονται έναντι υποθήκης του ακινήτου μέχρι να γίνει η αποπληρωμή τους. Σε περίπτωση αδυναμίας πληρωμής οι στεγαστικές τράπεζες θα πωλούσαν το ακίνητο έτσι ώστε να εκμηδενίσουν ή να ελαχιστοποιήσουν τις απώλειές τους. Όμως τόσο οι μαζικές αυτές πωλήσεις ακινήτων όσο και τα δεδομένα και η κατάσταση της αγοράς ακινήτων στις ΗΠΑ με την υπερπροσφορά κατοικιών όπως είπαμε παραπάνω και τις τιμές τεχνητά κρατημένες σε υψηλά επίπεδα, οδήγησαν στην κατάρρευση της αγοράς ακινήτων με σημαντική πτώση των τιμών τους. ‘Έτσι πλέον οι τράπεζες με την ρευστοποίηση των υποθηκών αυτών, την πώληση δηλαδή των ακινήτων σε συνθήκες υπερπροσφοράς μπορούσαν να επανεισπράξουν μόνο ένα μικρό μέρος των στεγαστικών δανείων που είχαν χορηγήσει.

Τα πράγματα όμως θα ήταν πολύ καλύτερα και δεν θα φτάναμε στην σημερινή εκτεταμένη κρίση που απειλεί να πλήξει την πραγματική οικονομία αν δεν υπήρχαν δύο επί πλέον προβλήματα: πρώτο, ο υψηλός βαθμός χρηματοοικονομικής μόχλευσης (leverage) των αμερικανικών τραπεζών και δεύτερο, η χρηματοοικονομική πρακτική της τιτλοποίησης (securitization) των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων.

Δείκτες Μόχλευσης Τραπεζών (leverage)

Σε απλά ελληνικά ο όρος μόχλευση αναφέρεται στην σχέση ανάμεσα στα ίδια κεφάλαια μιας επιχείρησης -στην περίπτωσή μας τις τράπεζες- και το σύνολο του ενεργητικού της:

Εξίσωση 1

Μας δείχνει δηλαδή πώς μια επιχείρηση χρησιμοποιεί τα κεφάλαιά της (καθαρή θέση) ως μοχλό (εξ’ ου και μόχλευση) για να αποκτήσει τα περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνονται στο ενεργητικό του ισολογισμού της. Αν συστήσουμε μια τράπεζα με €100 κεφάλαιο και με αυτό δώσουμε ένα στεγαστικό δάνειο €100, ο απλός ισολογισμός μας θα δείχνει περιουσιακά στοιχεία (ενεργητικό) €100, δηλαδή το στεγαστικό δάνειο, και παθητικό €100 τα χρήματα δηλαδή που επένδυσαν οι μέτοχοι της τράπεζας. Αυτή η τράπεζα έχει δείκτη μόχλευσης σύμφωνα με την εξίσωση 1, L = Ίδια Κεφάλαια/Παθητικό = €100/€100 = 1 ή 100%.

Πίνακας 1

Ισολογισμός Τράπεζας

Ενεργητικό

Παθητικό

Στεγαστικό Δάνειο 1

100

Ίδια Κεφάλαια

100

Σύνολο Ενεργητικού

100

Σύνολο Παθητικού

100

Αν τώρα αυτή η τράπεζα χρησιμοποιήσει ξένα κεφάλαια, είτε από καταθέτες σε αυτήν, είτε δανειστεί από τρίτους ώστε να δώσει ακόμη ένα στεγαστικό δάνειο των €100, ο ισολογισμός της θα γίνει:

Πίνακας 2

Ισολογισμός Τράπεζας

Ενεργητικό

Παθητικό

Στεγαστικό Δάνειο 1

100

Ίδια Κεφάλαια

100

Στεγαστικό Δάνειο 2

100

Καταθέσεις

100

Σύνολο Ενεργητικού

200

Σύνολο Παθητικού

200

Το ποσοστό μόχλευσης είναι πλέον 100/200 = 0.5 ή 50%. Οι τράπεζες αλλά και γενικά οι επιχειρήσεις έχουν πολύ χαμηλότερο ποσοστό μόχλευσης στην πραγματικότητα. Αυτό συμβαίνει γιατί προκειμένου οι μετοχές τους να φαίνονται ελκυστικές στους επενδυτές θα πρέπει ο λόγος κερδών προς ίδια κεφάλαια -δείκτης απόδοσης ιδίων κεφαλαίων (ΔΑΙΚ)- να είναι υψηλός:

Ο δείκτης αυτός δείχνει πόσα κέρδη πετυχαίνει η τράπεζα ανά ευρώ ίδιων κεφαλαίων. Όταν αυξάνεται ο δείκτης αυτός αυτό σημαίνει ότι οι μέτοχοι για κάθε ευρώ που επένδυσαν αποκομίζουν μεγαλύτερα κέρδη πράγμα φυσικά πολύ επιθυμητό για μια επιχείρηση και τους μετόχους της. Όσο περισσότερα δάνεια δίνουν οι τράπεζες τόσο αυξάνει το ενεργητικό τους αλλά και τα κέρδη τους, και με δεδομένα ίδια κεφάλαια ο δείκτης απόδοσης ιδίων κεφαλαίων θα αυξάνεται, πράγμα επιθυμητό για την εικόνα της τράπεζας προς τους μετόχους αλλά και το επενδυτικό κοινό γενικότερα. Γενικά στον τραπεζικό τομέα μια τράπεζα θεωρείται ότι έχει ένα καλό δείκτη μόχλευσης όταν αυτός είναι μεγαλύτερος του 5%, δηλαδή από τα €100 που δανείζει τα €5 τουλάχιστον να είναι δικά της (από τα ίδια κεφάλαιά της). Οι εμπορικές και επενδυτικές τράπεζες που χρεοκοπήσαν στην κρίση αυτή των ΗΠΑ, είχαν δείκτη μόχλευσης μικρότερο του 3% και κοντά στο 2%. Συγκριτικά, οι δείκτες μόχλευσης των μεγαλύτερων ελληνικών τραπεζών σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία τους κατά το πρώτο εξάμηνο του 2008 είναι υπερδιπλάσιοι ή και υπερτριπλάσιοι του 2% όπως βλέπουμε στον πίνακα 3:

Πίνακας 3

Ποσοστά Μόχλευσης (leverage)

ΕΘΝΙΚΗ

9.2

%

ALPHA BANK

7.3

%

EUROBANΚ

6.5

%

ΓΕΝΙΚΗ

6.3

%

ΑΓΡΟΤΙΚΗ

6.1

%

MARFIN-EGNATIA

6.0

%

ΠΕΙΡΑΙΩΣ

6.0

%

Το χαμηλό ποσοστό μόχλευσης εκθέτει τις τράπεζες σε σημαντικό κίνδυνο στην περίπτωση αδυναμίας πληρωμής και παράλληλης πτώσης των τιμών των ακινήτων όπως συνέβη στις ΗΠΑ. Για μια τράπεζα με δείκτη μόχλευσης 2%, στο δάνειο των €100 η τράπεζα αυτή έχει συμμετάσχει με δικά της κεφάλαια €2 μόνο. Αν ο δανειστής αδυνατεί να αποπληρώσει το δάνειο η τράπεζα θα πρέπει να κατάσχει το ακίνητο και να το πουλήσει στην αγορά για να ανακτήσει το δάνειο, δηλαδή τα €2 που έβαλε από τα κεφάλαιά της αλλά και τα €98 που δανείστηκε. Αν τώρα οι τιμές των ακίνητων στην αγορά πέσουν κατά 2% τότε η τράπεζα αυτόματα μπορεί μετά την ρευστοποίηση του ακινήτου να αποπληρώσει μόνο τα κεφάλαια που δανείστηκε για αυτό και χάνει όλο το κεφάλαιό της! Μια τράπεζα με μηδενικά ίδια κεφάλαια παύει να λειτουργεί και οδηγείται άμεσα σε εκκαθάριση όπως και έγινε. Στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα τα πράγματα εμφανίζονται καλύτερα καθώς πέραν του δείκτη μόχλευσης των ελληνικών τραπεζών που φαίνεται αρκετά υψηλός, αυτές επίσης δεν έχουν στηρίξει την ανάπτυξή τους σε αγορές επισφαλών στεγαστικών δανείων όπως οι αμερικανικές. Η παροχή των στεγαστικών δανείων από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα γίνεται με πιο αυστηρούς όρους που περιορίζουν σημαντικά τον κίνδυνο αδυναμίας αποπληρωμής.

Η Πρακτική της Τιτλοποίησης

Ο δεύτερος παράγοντας που οδήγησε στο να έχουμε μια τόσο σημαντική κρίση ήταν η τιτλοποίηση (securitization) δανείων υψηλού ρίσκου όπως ήταν τα στεγαστικά στα οποία η μηνιαία δόση ήταν ίση ή υπερέβαινε το μηνιαίο εισόδημα των δανειζόμενων. Η τιτλοποίηση είναι ένα χρηματοοικονομικό εργαλείο που αφορά στην συγκέντρωση πολλών τέτοιων δανείων και την έκδοση αντί αυτών ισόποσων τίτλων ομολόγων (securities) έναντι των δανείων αυτών οι οποίοι πωλούνται στις διεθνείς και εγχώριες χρηματαγορές. Οι τράπεζες που έχουν στο ενεργητικό τους όπως είδαμε αυτά τα δάνεια υψηλού κινδύνου, έχουν συμφέρον από την έκδοση των ομολόγων αυτών, καθώς έτσι αποβάλλουν από τον ισολογισμό τους τα δάνεια αυτά και αντί αυτών εμφανίζουν άλλα χαμηλότερου ρίσκου περιουσιακά στοιχεία. Το ρίσκο έτσι από την τιτλοποίηση μεταβιβάζεται σε αυτούς που αγοράζουν τους τίτλους αυτούς, δηλαδή τους επενδυτές στα ομόλογα αυτά που είναι σχεδόν στο σύνολό τους επενδυτικές τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρίες εγχώριες -για τις ΗΠΑ- αλλά και διεθνείς επενδυτικοί οίκοι.

Με αυτόν τον τρόπο το συστηματικό ρίσκο της αμερικανικής οικονομίας διαχέεται στην παγκόσμια χρηματοοικονομική αγορά. Οι αγοραστές των ομολόγων αυτών από τιτλοποιήσεις υψηλού ρίσκου δανείων, δεν εξέταζαν όσο αυστηρά θα έπρεπε το ρίσκο που αναλάμβαναν. Αυτό γινότανε είτε διότι τα υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία -τα δάνεια υψηλού κινδύνου- ήταν πολύ δύσκολο να εντοπιστούν αναλυτικά, να μελετηθούν και να αξιολογηθούν για τον κίνδυνο που εμπεριέχουν, είτε για τον απλοϊκό λόγο ότι αυτοί οι τίτλοι εμφάνιζαν στην αρχή τουλάχιστον πολύ υψηλές αποδόσεις και οι επενδυτές είχαν παρασυρθεί από τις αποδόσεις αυτές που ήταν πολύ υψηλότερες από άλλα πολύ χαμηλότερου ρίσκου ομόλογα, όπως τα κρατικά μεσο-μακροπρόθεσμα ομόλογα και τα εταιρικά ομόλογα. Managers και διαχειριστές χαρτοφυλακίων αυτών των επενδυτικών οίκων κέρδιζαν προαγωγές, αναγνώριση, υψηλές αμοιβές και μπόνους λόγω των υψηλών αποδόσεων που έφερναν στο χαρτοφυλάκιο που διαχειρίζονταν. Έτσι ο ισολογισμός του πίνακα 2 μετατρέπονταν όπως στον πίνακα 4:

Πίνακας 4

Ισολογισμός Τράπεζας

Ενεργητικό

Παθητικό

Μετρητά από Τιτλοποιήσεις

200

Ίδια Κεφάλαια

100

Στεγαστικά Δάνεια

0

Καταθέσεις

100

Σύνολο Ενεργητικού

200

Σύνολο Παθητικού

200

Η κατάσταση αυτή επιταχυνότανε με εκθετικό ρυθμό καθώς πλέον οι στεγαστικές τράπεζες μεταβίβαζαν τον κίνδυνο -αλλά και τις αποδόσεις- των στεγαστικών δανείων σε τρίτους με όφελος για αυτές τις σημαντικές προμήθειες που συνέχιζαν να αποκομίζουν από την παροχή ολοένα και πιο επισφαλών νέων στεγαστικών δανείων και από την μεταπώληση των δανείων αυτών μετά την τιτλοποίηση. Αυτός είναι και ο λόγος που οι τράπεζες εμφανίζονταν πολύ πιεστικές στο να δώσουν δάνεια σε ιδιώτες όπου η μηνιαία δόση έφτανε τα $2,500-$3,000 ενώ τα αντίστοιχα μηνιαία εισοδήματα ήταν στο ίδιο ή ακόμα και χαμηλότερο επίπεδο! Η τράπεζα πίεζε για την πληρωμή έστω των πρώτων έξι ή επτά δόσεων μέχρι να καταφέρει να έχει ολοκληρώσει την τιτλοποίηση και μεταβίβαση του κινδύνου στο ευρύτερο επενδυτικό κοινό.

Η Αδυναμία των Ελεγκτικών Αρχών

Όλη αυτή η διαδικασία όφειλε να γίνει αντιληπτή και να περιοριστεί τόσο από την κεντρική αρχή ελέγχου του τραπεζικού συστήματος (το Fed) όσο και από τις ιδιωτικές εταιρίες οι οποίες παρέχουν υπηρεσίες αποτίμησης και αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας των τραπεζικών ιδρυμάτων (rating agencies). Όμως, η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ, το Federal Reserve System (Fed), παρουσίασε μια κλασική στάση αδράνειας απέναντι στις σύγχρονες χρηματοοικονομικές εξελίξεις όπου η ταχύτητα αντίδρασης του ελεγκτικού μηχανισμού ήταν μικρότερη από αυτή των εξελίξεων τις οποίες καλείται να ελέγξει. Έγινε φυσικά προσπάθεια άμβλυνσης της κρίσης μέσω μείωσης των επιτοκίων στην αμερικανική οικονομία, πετυχαίνοντας να μειωθούν οι μηνιαίες δόσεις των ιδιοκτητών κατοικιών ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν σε αυτές. Αν και το μέτρο αυτό μετρίασε την κατάσταση για λίγο καιρό, αποδείχτηκε μπούμερανγκ.

Η μείωση των επιτοκίων στις ΗΠΑ είχε ως αποτέλεσμα οι θεσμικοί επενδυτές να αποσύρουν μαζικά τα κεφάλαιά τους, καθώς πλέον με την πτώση των επιτοκίων οι αποδόσεις στις αμερικανικές χρηματαγορές ήταν χαμηλότερες από τις διεθνείς αγορές χρήματος. Η υπερπροσφορά δολαρίων στην παγκόσμια συναλλαγματική αγορά έτσι οδήγησε σε σημαντική πτώση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου έναντι των άλλων νομισμάτων. Αυτή η πτώση του δολαρίου έκανε φυσικά τα εισαγόμενα προϊόντα στην Αμερική ακριβότερα, και οι ΗΠΑ ως μια χώρα που έχει ελλειμματικό εμπορικό ισοζύγιο, δηλαδή εισάγει περισσότερα προϊόντα από όσα εξάγει, οδηγήθηκε σε μεγαλύτερο δανεισμό και όπως είδαμε παραπάνω για να συντηρήσει αυτόν τον δανεισμό έπρεπε να αυξηθούν και πάλι τα επιτόκια.

Τέλος οι rating agencies, οι εταιρίες που παρείχαν υπηρεσίες αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας των τραπεζών, δεν μπορούσαν να αποτιμήσουν αντικειμενικά και με ακρίβεια την πραγματική αγοραία αξία των ομολόγων αυτών, καθώς δεν είχε ακόμη αναπτυχθεί μια σχετική δευτερογενής αγορά διαπραγμάτευσης τους, όπου θα μπορούσε με περισσότερη ακρίβεια και αποτελεσματικότητα να αποτιμηθεί το ρίσκο και κατά συνέπεια η αξία των ομολόγων αυτών.

Η Πραγματική Οικονομία

Το τελευταίο και σημαντικότερο κεφάλαιο σε αυτή -και σε κάθε- κρίση είναι η μετάδοση αυτής της κρίσης και η επίδρασή της στην ζωή όλων μας, στην πραγματική οικονομία όπως λέγεται. Η πραγματική οικονομία αφορά στα εισοδήματα όλων μας, την απασχόλησή και την κατανάλωσή μας. Όταν μια τέτοια τραπεζική και χρηματοοικονομική κρίση αρχίσει να επηρεάζει και να μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα και την κατανάλωση μας τότε λέμε ότι έχουμε πλέον κρίση και στην πραγματική οικονομία. Η μετάδοση της τραπεζικής κρίσης στην πραγματική οικονομία και την καθημερινότητα μας δεν είναι δύσκολο να γίνει όταν η πρώτη είναι ευρείας κλίμακας. Το άμεσο αποτέλεσμα της τραπεζικής κρίσης που διανύουμε είναι η έλλειψη ρευστότητας και η συνεπακόλουθη αύξηση των επιτοκίων. Τη ρευστότητα οι τράπεζες την αντλούν από την αγορά (καταθέτες) αλλά και από τη διατραπεζική αγορά (δανειακή αγορά μεταξύ των τραπεζών). Η διατραπεζική αγορά δε λειτουργεί διότι οι τράπεζες δεν εμπιστεύονται η μία την άλλη, διότι δε γνωρίζουν την πραγματική τους οικονομική κατάσταση και έτσι αναγκάζονται να καταφεύγουν μόνο στους καταθέτες παρέχοντας υψηλά επιτόκια για να τους δελεάσουν. Έτσι παρατηρείται το φαινόμενο να έχουμε μειωμένο ρευστό στην αγορά, το οποίο δίδεται με το σταγονόμετρο στους δανειολήπτες με υψηλά επιτόκια.

Λόγω της κρίσης και της συνεπαγόμενης αβεβαιότητας στον τραπεζικό χώρο οι καταθέτες φοβούμενοι την απώλεια των καταθέσεών τους αποσύρουν μαζικά τα χρήματά τους έτσι ώστε να τα προστατεύσουν από πιθανή πτώχευση της τράπεζας. Αμεσο αποτέλεσμα είναι φυσικά η μείωση της ρευστότητας των τραπεζών, η μείωση των χρηματικών τους διαθεσίμων δηλαδή για δανεισμό στις οικονομικές μονάδες που τον χρειάζονται για κατανάλωση ή για την εκτέλεση κερδοφόρων επενδυτικών πλάνων. Ο δανεισμός μειώνεται στην οικονομία και αυτό σημαίνει μείωση της κατανάλωσης, μείωση των επενδύσεων και μείωση της απασχόλησης. Αυτό που συμβαίνει π.χ. στην αμερικανική οικονομία στις μέρες μας λόγω της μειωμένης ρευστότητας των τραπεζών είναι ότι αυτές είναι πλέον πολύ φειδωλές στην παροχή δανείων, τόσο καταναλωτικών όσο και επιχειρηματικών. Η μείωση του δανεισμού για καταναλωτικούς σκοπούς σημαίνει άμεσα την κατακόρυφη πτώση της ζήτησης και των πωλήσεων των αγαθών που πωλούνται μέσω δανείων, πιστωτικών καρτών και γενικότερα μέσω καταναλωτικής πίστης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας αγοράς είναι αυτή των αυτοκινήτων (πίνακας 5 και 6), τα οποία στις ΗΠΑ όπως και στην Ευρώπη στην συντριπτική τους πλειοψηφία πωλούνται μέσω καταναλωτικών δανείων ή χρηματοδοτικής μίσθωσης (leasing).

Πίνακας 5

ΗΠΑ

Μεταβολή στις Πωλήσεις Αυτοκινήτων Ανά Κατηγορία σε Σχέση με το 2007

Επιβατικά

-21.60%

Μικρά Φορτηγά

-31.00%

SUV

-46.80%

Πηγή: Wall Street Journal

Αυτή είναι και η αιτία των έντονων προβλημάτων που αντιμετωπίζει η αυτοκινητοβιομηχανία στις ΗΠΑ αλλά και στην Ευρώπη καθώς οι ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες πωλούν στις ΗΠΑ σημαντικό μερίδιο της παραγωγής τους. Παρατηρούμε στους πίνακες 5 και 6 μια δραματική πτώση των πωλήσεων τον περασμένο Σεπτέμβριο, από -21,6% για τα επιβατικά έως και -46,80% για τα πολύ δημοφιλή στην αμερικανική αγορά SUV. Για τον λόγο αυτό βλέπουμε να αντιδρούν οι επιχειρήσεις αυτές με μείωση της παραγωγής -γαλλικά και γερμανικά εργοστάσια κλείνουν για δύο-τρεις εβδομάδες- λόγω μείωσης των πωλήσεων, και αναπόφευκτα σημειώνεται και μείωση του εργατικού δυναμικού με προσωρινές ή μόνιμες απολύσεις υπαλλήλων όπως βλέπουμε σε Γαλλία, Γερμανία, Αγγλία, κλπ.

Πίνακας 6

ΗΠΑ

Μεταβολή στις Πωλήσεις Αυτοκινήτων Ανά Κατασκευαστή σε Σχέση με το 2007

Volvo

-51.80%

Porsche

-45.00%

Lexus

-37.70%

Nissan

-37.00%

Ford

-34.00%

Chrysler

-33.00%

Toyota

-32.30%

Kia

-27.80%

BMW

-25.80%

Hyundai

-25.00%

Honda

-24.00%

Mercedes

-16.40%

General Motors

-15.60%

Volkswagen

-9.40%

Πηγή: Bloomberg

Πέραν της κατανάλωσης όμως η οποία πλήττεται από την έλλειψη ρευστότητας των τραπεζών, πλήττεται και η προσφορά. Δεν υπάρχουν δανεικά κεφάλαια όπως είδαμε παραπάνω για επενδύσεις καθώς οι τράπεζες θέλουν να διατηρούν την όποια ρευστότητα έχουν προκειμένου να μπορούν να εξυπηρετούν τους αποταμιευτές τους όταν θέλουν να κάνουν αναλήψεις των χρημάτων τους. Πλέον δεν μπορούν να βασιστούν στην διατραπεζική αγορά, καθώς σε περιβάλλον κρίσης δεν υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια για δανεισμό από άλλα χρηματοδοτικά ιδρύματα. Το να μη δίνονται δάνεια όμως στις επιχειρήσεις για να πραγματοποιήσουν τα επενδυτικά προγράμματα που είχαν καταρτίσει σημαίνει μείωση των επενδύσεων, της παραγωγής αλλά και της απασχόλησης. Έτσι η οικονομία δεν επιτυγχάνει τους ρυθμούς ανάπτυξης που ήταν αναμενόμενοι πριν την κρίση και περνάει στη φάση που οι οικονομολόγοι ονομάζουμε ύφεση. Η κρίση πλέον περνάει στην πραγματική οικονομία και την αισθανόμαστε στην καθημερινή μας ζωή μέσω της ανεργίας και των χαμηλών εισοδημάτων.

Η Ελληνική Πραγματικότητα

Μέχρι τώρα οι ελληνικές τράπεζες δε γνώρισαν σημαντικά προβλήματα και δεν είχαμε τραπεζική κρίση. Ένας λόγος είναι όπως είδαμε ότι δεν συμμετείχαν οι ελληνικές τράπεζες στην αγορά των «τοξικών ομολόγων» από τιτλοποιήσεις υψηλού κινδύνου στεγαστικών δανείων των ΗΠΑ. Είναι όμως η ελληνική τραπεζική αγορά άτρωτη και θωρακισμένη για το εγγύς μέλλον; Είναι όλα αισιόδοξα; Η ελληνική τραπεζική αγορά αν και φαίνεται σε καλή κατάσταση και αποστασιοποιημένη από την διεθνή τραπεζική κρίση ενδέχεται να αντιμετωπίσει προβλήματα στην περίπτωση που δεν τεθούν υπό έλεγχο και συνυπολογισθούν δύο εν δυνάμει προβλήματα: η υπερχρέωση των ελληνικών νοικοκυριών και η υπερτιμημένη αγορά ακινήτων. Τα ελληνικά νοικοκυριά έχουν αυξήσει σημαντικά το δανεισμό τους καθώς από το 2002 στο 2008 εμφανίζουν αύξηση δανεισμού κατά 21%. Το 16% των νοικοκυριών βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση καθώς καταβάλλει μηνιαία περισσότερο από ο 40% του εισοδήματός του (έναντι 12% το 2005) για την εξυπηρέτηση των δανείων. Το 3,2% των νοικοκυριών οφείλει το μήνα περισσότερα από ότι ο μισθός του! Το ποσοστό αυτό διπλασιάστηκε από 1,6% που ήταν το 2005.

Προκειμένου οι ελληνικές τράπεζες να αυξήσουν την ρευστότητά τους, οδηγήθηκαν στην τιτλοποίηση των καταναλωτικών δανείων, πιστωτικών καρτών και στεγαστικών δανείων. Η ιδιωτική κατανάλωση στην Ελλάδα παρά τα οικονομικά προβλήματα και την ακρίβεια δεν μειώθηκε και σε αυτό συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό η καταναλωτική πίστη μέσω αύξησης του δανεισμού των νοικοκυριών. Αν δεν αυξηθεί μεσοπρόθεσμα το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών έτσι ώστε να αρχίσουν να μειώνουν τον συνολικό τους δανεισμό, είναι πολύ πιθανό να φτάσουμε σε ένα σημείο αδυναμίας διατήρησης της κατανάλωσης στα ίδια επίπεδα λόγω της υπερχρέωσης και της δυσκολίας ολοένα και μεγαλύτερου μέρους των νοικοκυριών για την αποπληρωμή των δανείων του. Αυτό αν επεκταθεί σε ευρεία κλίμακα θα σημάνει την κρίση στην δανειακή αγορά και στα τιτλοποιημένα ομόλογα κατά τρόπο όμοιο με αυτόν που είδαμε στις ΗΠΑ.

Επίσης, η αγορά ακινήτων στην Ελλάδα εμφανίζεται υπερτιμημένη με την ύπαρξη χιλιάδων νέων διαμερισμάτων τα οποία παραμένουν απούλητα στις τρέχουσες τιμές χωρίς να υποχωρούν οι τιμές τους ως αποτέλεσμα της μειωμένης ζήτησης. Έτσι είναι πιθανό μια σημαντική πτώση των τιμών των ακινήτων συνδυασμένη με την κρίση στην καταναλωτική πίστη να οδηγήσει σε κρίση όμοια με αυτή που είδαμε παραπάνω στην αμερικανική οικονομία: Τα νοικοκυριά να αδυνατούν να πληρώσουν τα δάνειά τους και οι τράπεζες να αδυνατούν να ανακτήσουν τα κεφάλαια που δάνεισαν λόγω της πτώσης της αγοράς ακινήτων δημιουργώντας σημαντικά προβλήματα στα ίδια κεφάλαιά ους. Ταυτόχρονα, τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρίες, ασφαλιστικά ταμεία και όσοι άλλοι επένδυσαν στα τιτλοποιημένα ομόλογα από τα δάνεια των ελληνικών νοικοκυριών θα υποστούν σημαντικές απώλειες.

Τι μπορούμε να κάνουμε για να αποφευχθεί αυτό το σενάριο; Το πιο απλό και ταυτόχρονα και πιο δύσκολο είναι να δημιουργηθούν οι συνθήκες για επενδύσεις και ανάπτυξη που θα αποφέρουν αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων των νοικοκυριών και υγιή (όχι με δανεικά) ιδιωτική κατανάλωση.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

in.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθύντρια Σύνταξης: Αργυρώ Τσατσούλη

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 800745939, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: in@alteregomedia.org, Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

ΜΗΤ Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ.232442

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026
Απόρρητο