Συγκρατημένα αισιόδοξη η Εθνική Τράπεζα για την ελληνική οικονομία και τις τράπεζες
Οι δείκτες κερδοφορίας των ελληνικών τραπεζών παραμένουν υγιείς, παρά τα μη ικανοποητικά -εκ πρώτης όψεως- αποτελέσματα του 2001, σημειώνει η Εθνική Τράπεζα στο τελευταίο οικονομικό δελτίο της.
Θετικές εκτιμήσεις για την πορεία της ελληνικής οικονομίας και των επιχειρήσεων περιέχονται στο τελευταίο οικονομικό δελτίο της Εθνικής Τράπεζας που απευθύνεται σε επενδυτές του εξωτερικού. «Οι προοπτικές των ελληνικών επιχειρήσεων για το τρέχον έτος μπορούν να χαρακτηρισθούν ως ευοίωνες» αναφέρεται στο οικονομικό δελτίο της ΕΤΕ.
Η αισιοδοξία των αναλυτών της Εθνικής πηγάζει από τις εκτιμήσεις ότι «η ελληνική οικονομία αναμένεται να είναι μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες στο ευρωπαϊκό χώρο, και δεδομένου ότι έχουν ήδη απορροφηθεί σε μεγάλο βαθμό οι αρνητικές επιδράσεις στην κερδοφορία των επιχειρήσεων από την δυσμενή χρηματιστηριακή συγκυρία».
Όσον αφορά τα αποτελέσματα των ελληνικών τραπεζών για το 2001 σημειώνεται ότι, αν και εκ πρώτης όψεως δεν είναι ικανοποιητικά, αντανακλούν μια μάλλον θετική πορεία του τομέα, αν συγκριθούν μάλιστα με τις αντίστοιχες επιδόσεις των τραπεζικών ομίλων άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Θετικό στοιχείο για την μελλοντική πορεία των κερδών αποτελεί η αύξηση των εσόδων από τόκους κατά 24% ως αποτέλέσμα της πιστωτικής, κυρίως προς τα νοικοκυριά. Η αναδιάρθρωση αυτή του χαρτοφυλακίου των δανείων συνεπάγεται ενίσχυση του μέσου περιθωρίου κέρδους του συνολικού τους χαρτοφυλακίου.
Γενικά, σημειώνεται ότι οι δείκτες κερδοφορίας των ελληνικών τραπεζών παραμένουν υγιείς και σε κάθε περίπτωση καλύτεροι των αντίστοιχων δεικτών άλλων ευρωπαϊκών τραπεζών. Για παράδειγμα, ο δείκτης απόδοσης του μέσου ενεργητικού για τις ελληνικές τράπεζες το 2001 ήταν 1,4% σε σχέση με 0,7% για τις άλλες ευρωπαϊκές, ενώ το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο ήταν 3% και 1,4% αντίστοιχα.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Διεύθυνσης Σχεδιασμού και Οικονομικής Ανάλυσης της Τράπεζας, ο ρυθμός μεταβολής του δείκτη τιμών καταναλωτή αναμένεται να πέσει κάτω από 3% μέχρι τον Ιούνιο του 2002, από 3,4% τον Φεβρουάριο και μετά από μια μικρή αύξηση κατά τους θερινούς μήνες να υποχωρήσει κοντά στο 2% στο τέλος του έτους. Όσον αφορά τον δομικό πληθωρισμό αναμένεται να κυμανθεί στο 3,3% κατά μέσο όρο το 2002 (από 3,8% το 2001) εμφανίζοντας τάσεις αποκλιμάκωσης κατά τους τελευταίους δύο μήνες του έτους.