Στο 18% του ΑΕΠ έφτασαν οι δανειακές υποχρεώσεις των ελληνικών νοικοκυριών
Το 18% του ΑΕΠ άγγιξαν οι δανειακές υποχρεώσεις των ελληνικών κοικοκυριών κατά το 2001, παρουσιάζοντας μάλιστα αυξητικές τάσεις. Προ πενταετίας, το ποσοστό αυτό άγγιζε μόλις το 6% του ΑΕΠ.
Διευρύνονται σημαντικά οι δανειακές υποχρεώσεις των ελληνικών νοικοκυριών στη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας. Η αξιοσημείωτη όμως αύξηση των δανειακών υποχρεώσεων δεν περιορίζει τα περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης της καταναλωτικής και στεγαστικής πίστης στην Ελλάδα, ιδιαίτερα εάν το ύψος των δανειακών υποχρεώσεων, ως ποσοστό του ΑΕΠ, συγκριθεί με τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ.
Αναλυτικότερα, σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι δανειακές υποχρεώσεις των νοικοκυριών στην χώρα μας από 5% με 6% του ΑΕΠ, που ήταν το 1996, έχουν διαμορφωθεί στο 18% το 2001 με ανοδικές τάσεις. Το ποσοστό αυτό στη ζώνη του ευρώ, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΤτΕ που αφορούν το δεύτερο τρίμηνο του 2001, ήταν 50%, στις ΗΠΑ 90,9% και στη Μεγάλη Βρετανία 74,3%.
Η σημαντική αυτή αύξηση των δανειακών υποχρεώσεων στην Ελλάδα συνδέεται με την απελευθέρωση της καταναλωτικής και στεγαστικής πίστης, τον έντονο ανταγωνισμό μεταξύ των τραπεζών -ιδίως στον τομέα της καταναλωτικής πίστης- και τη δραστική πτώση των επιτοκίων των τραπεζικών χορηγήσεων τόσο σε ονομαστικούς όσο και σε πραγματικούς όρους.
Ειδικότερα, στη διάρκεια του 2001 το σύνολο των καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων αυξήθηκε 40% (6.720 εκατ.ευρώ), έναντι αύξησης 34,8% (1.745 εκατ.ευρώ) το 2000 με αποτέλεσμα το υπόλοιπο τους στο τέλος του 2001 να αντιπροσωπεύει το 31,9% του συνόλου των τραπεζικών δανείων προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, έναντι 29% στο τέλος του 2000. Τη μεγαλύτερη αύξηση κατά 62,7% μεταξύ όλων των δανείων προς τα νοικοκυριά σημείωσε το 2001 ο δανεισμός μέσω πιστωτικών καρτών.
Το ερώτημα που τίθεται, και απασχολεί τόσο την ΤτΕ όσο και τις ίδιες τις εμπορικές τράπεζες, είναι κατά πόσο οι σημαντικοί αυτοί ρυθμοί ανάπτυξης έχουν οδηγήσει τα νοικοκυριά σε υπερχρέωση με κίνδυνο δημιουργίας προβλημάτων στην εξυπηρέτηση των δανείων. Όπως επισημαίνουν οι τραπεζίτες, η πλειοψηφία των ελληνικών νοικοκυριών δεν αντιμετωπίζει κανένα απολύτως πρόβλημα υπερχρέωσης και δεν συντρέχουν λόγοι ανησυχίας.
Τα δάνεια, στεγαστικά και καταναλωτικά, επισημαίνουν, χορηγούνται μετά από πολύ προσεκτική και σε βάθος εξέταση της πιστοληπτικής θέσης του πελάτη, με την συμβολή και των συστημάτων διαχείρισης πιστωτικού κινδύνου. Έτσι προστατεύεται η τράπεζα αλλά και κατ επέκταση ο πελάτης.
Οι τραπεζίτες πάντως επισημαίνουν ότι ορισμένος αριθμός νοικοκυριών βρίσκεται στο «κόκκινο» όσον αφορά την ικανοποίηση των δανειακών του υποχρεώσεων, ο αριθμός τους όμως ως ποσοστό του συνόλου, είναι πολύ μικρός και ανάλογος των χωρών της ευρωζώνης. Η προσφυγή, πάντως, στο δανεισμό θα πρέπει να γίνεται μόνον όταν είναι απολύτως αναγκαία και μετά από την κατάρτιση οικογενειακού προϋπολογισμού.
Επίσης, όπως επισημαίνεται από τις τράπεζες, η χρήση των πιστωτικών καρτών θα πρέπει να γίνεται με σύνεση. Είναι χαρακτηριστικό ότι σημαντικός αριθμός καταναλωτών διαθέτουν σήμερα δύο και τρεις πιστωτικές κάρτες από διαφορετικές τράπεζες που τις χρησιμοποιούν χωρίς να υπολογίζουν τις δόσεις και τις επιβαρύνσεις που θα έχουν στο μέλλον.
Αλλωστε, οι επισημάνσεις της ΤτΕ στην ενδιάμεση έκθεση για την νομισματική πολιτική δημιουργούν προβληματισμό: Η συνέχιση των αυξητικών τάσεων δανεισμού τα επόμενα χρόνια θα αυξήσει υπερβολικά τις υποχρεώσεις των νοικοκυριών και μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στην εξυπηρέτηση των δανείων.