Δεκατρία κομμάτια -έντεκα τραγούδια και δύο ορχηστρικά- καθένα από τα οποία έχει τη δική του ομορφιά, αλλά ως σύνολο δυσκολεύονται να απογειωθούν και να παρασύρουν τον ακροατή, καθώς μένουν δέσμια αφενός του φορμαλισμού που έχει καθιερωθεί στην ελληνική δισκογραφία (κουπλέ/ρεφρέν) και αφετέρου μιας ενορχήστρωσης-φασόν. Ο Σταυριανός, σε πολύ καλή στιγμή και συνεπικουρούμενος από τις φωνές […]
Δεκατρία κομμάτια -έντεκα τραγούδια και δύο ορχηστρικά- καθένα από τα οποία έχει τη δική του ομορφιά, αλλά ως σύνολο δυσκολεύονται να απογειωθούν και να παρασύρουν τον ακροατή, καθώς μένουν δέσμια αφενός του φορμαλισμού που έχει καθιερωθεί στην ελληνική δισκογραφία (κουπλέ/ρεφρέν) και αφετέρου μιας ενορχήστρωσης-φασόν. Ο Σταυριανός, σε πολύ καλή στιγμή και συνεπικουρούμενος από τις φωνές του Κ.Μάντζιου και του Π.Θεοχαρίδη, παίρνει στίχους δικούς του και του Θεσσαλονικιού Φίλιππου Γράψα και τους ντύνει με ευαίσθητες μελωδίες, φτιάχνοντας μια σειρά από λαϊκές μπαλάντες και προσδίδοντας σε κάθε τραγούδι ξεχωριστό ύφος και ατμόσφαιρα. Φαίνεται όμως ότι από το σημείο αυτό και μετά άφησε τη δουλειά του στην τύχη της, με αποτέλεσμα τα τραγούδια να ασφυκτιούν μέσα στα τρία, τέσσερα λεπτά διάρκειας, οι μελωδίες να μην απλώνονται (διαρκώς περιμένεις μια παραλλαγή πάνω στο βασικό θέμα που δεν έρχεται ποτέ) και το «Πού να τελειώνει η θάλασσα» να μοιάζει «λίγο» ως σύλληψη και εκτέλεση, σε σχέση με τις δυνατότητες του εν λόγω συνθέτη. Ξεχωρίζουν το γεμάτο λυρισμό «Θεσσαλονίκη» (μικρό, πουπουλένιο παλτό), το ζεϊμπέκικο «Στου έρωτα τους τυχερούς», η μελωδία του «Stretto Caffe», καθώς και τα «Ήσουν μα πια δεν είσαι», «Πόθου Μυστήριο» και «Μικρές Μουσικές».