in.gr > Plus > Η «Λόλα» ξαναζωντανεύει στο Παλλάς – Κινείται ανάμεσα σε «δυο κόσμους» και ανοίγει διάλογο για τον έρωτα, την επιβίωση και τις παγίδες της πατριαρχίας
Μπαίνοντας στο Παλλάς το βράδυ της Παρασκευής, στην επίσημη πρεμιέρα της «Λόλας», υπήρχε εκείνη η αίσθηση που δύσκολα περιγράφεται αλλά εύκολα αναγνωρίζεται. Το θέατρο Παλλάς γεμάτο, ο κόσμος ανυπόμονος, και μια σιωπηλή προσμονή γύρω από μια ιστορία που όλοι λίγο-πολύ γνωρίζουμε, αλλά (όπως θα διαπιστώσουμε δυο ώρες μετά) ποτέ δεν έχουμε δει έτσι. Η «Λόλα», ένα από τα πιο εμβληματικά φιλμ του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, έξι δεκαετίες μετά την πρώτη προβολή του στους κινηματογράφους, ανέβηκε για πρώτη φορά στη σκηνή και αυτό από μόνο του ήταν είδηση!
Η παράσταση του Χρήστου Σουγάρη δεν προσπαθεί να αναμετρηθεί με τη μνήμη της ταινίας ούτε να επενδύσει στη νοσταλγία. Αντίθετα, παίρνει τον πυρήνα της ιστορίας και τον μεταφέρει καθαρά στο σήμερα. Η Τρούμπα παραμένει σκοτεινή, επικίνδυνη, ασφυκτική, όχι όμως σαν καρτ ποστάλ μιας άλλης εποχής, αλλά σαν ένας γνώριμος μηχανισμός εξουσίας και φόβου που εξακολουθεί να υπάρχει — απλώς με άλλα πρόσωπα.
Στο κέντρο βρίσκεται η Λόλα. Όχι ως μοιραία γυναίκα, αλλά ως άνθρωπος που προσπαθεί να επιβιώσει. Μια γυναίκα εγκλωβισμένη σε ένα ανδροκρατούμενο περιβάλλον, δεμένη με έναν ισχυρό άντρα, που παλεύει για το αυτονόητο: να έχει λόγο στη ζωή της. Ο Άρης, ο έρωτας που επιστρέφει από τη φυλακή, λειτουργεί ως σπίθα, όχι ως λύτρωση. Και γύρω τους, ένας κόσμος που δεν αφήνει περιθώρια για αυταπάτες.
Η θεατρική «Λόλα» διαφοροποιείται κυρίως στο βλέμμα της. Ανοίγει καθαρά τη συζήτηση γύρω από την πατριαρχία και τη λεγόμενη «ματσίλα», όχι όμως με διάθεση καταγγελίας, αλλά με την ήρεμη παρατήρηση ότι αυτά τα σχήματα εξουσίας τελικά εγκλωβίζουν όλους — και συχνά τους ίδιους τους άντρες που τα αναπαράγουν.
Κι ίσως γι’ αυτό η ιστορία ακούγεται σήμερα τόσο γνώριμη. Η θέση της γυναίκας, ο αγώνας για επιβίωση, οι ρόλοι που επιβάλλονται και η τοξική αρρενωπότητα παραμένουν παρόντα. Οι αντρικοί χαρακτήρες, περασμένοι μέσα από ένα σύγχρονο φίλτρο, μοιάζουν σε σημεία ξεπερασμένοι ή ακόμη και άθελά τους αστείοι — όχι γιατί η παράσταση τους σατιρίζει, αλλά γιατί τα στερεότυπα που εκπροσωπούν έχουν χάσει πια κάθε αίγλη. Και αυτό, τελικά, φωτίζει πόσο βαθιά βλαπτικές υπήρξαν αυτές οι δομές, τόσο για τις γυναίκες όσο και για τους ίδιους τους άντρες.
Μέσα σε «δύο κόσμους»
Σκηνοθετικά, η παράσταση επιλέγει να κινηθεί ανάμεσα σε δύο κόσμους. Η χρήση κάμερας και οθόνης πάνω από τη σκηνή δεν αποτελεί απλώς ένα εντυπωσιακό τέχνασμα, αλλά και μέρος της αφήγησης. Το βλέμμα πλησιάζει τους ηθοποιούς, τα πρόσωπα γεμίζουν το κάδρο, τα συναισθήματα γίνονται πιο ξεκάθαρα από ποτέ. Κάποιες στιγμές έχεις την αίσθηση ότι παρακολουθείς ταυτόχρονα θέατρο και κινηματογράφο — και αυτό λειτουργεί υπέρ της ιστορίας.
Η μουσική παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ατμόσφαιρας. Οι ήχοι της νύχτας, με το σαξόφωνο να ξεχωρίζει, συνοδεύουν τη δράση χωρίς να την καλύπτουν, ενισχύοντας τη σκοτεινή, νουάρ διάθεση της παράστασης.
Στις ερμηνείες, η Έλλη Τρίγγου δίνει μια Λόλα δυναμική αλλά και εύθραυστη, μακριά από στερεότυπα. Ο Γιάννης Στάνκογλου ως Άρης αποδίδει με πειστικότητα τον άντρα που κινείται ανάμεσα στον έρωτα και τον κίνδυνο, ενώ ο Γιώργος Γάλλος στον ρόλο του Στέλιου χτίζει έναν χαρακτήρα εξουσίας που πίσω από τη σκληρότητα κρύβει ανασφάλεια.
Το σύνολο των ηθοποιών στηρίζει τη σκηνική συνθήκη με συνέπεια, δημιουργώντας έναν κόσμο κλειστό, πιεστικό, χωρίς διαφυγές.
Η «Λόλα» στο Παλλάς δεν έχει διάθεση να αποδείξει τίποτα. Δεν φωνάζει, δεν ωραιοποιεί την ιστορία της, ούτε ποντάρει τα πάντα στην εύκολη νοσταλγία.
Απλώς αφηγείται ξανά μια ιστορία που, παρά τα χρόνια που έχουν περάσει, μοιάζει επίκαιρη, αφού μιλά για σχέσεις εξουσίας, έρωτα και επιβίωσης. Και αυτό, ίσως, είναι και το πιο ανησυχητικό – αλλά και ταυτοχρόνως ενδιαφέρον – στοιχείο της.