Το να πάει κάποιος στη δουλειά, στο μεροκάματο, και να γυρίζει μετά τη βάρδια στο σπίτι, στην οικογένεια, στα παιδιά μάς φαίνεται το πιο απλό, το πιο φυσικό πράγμα. Κάτι σαν το ότι και αύριο θα ανατείλει ο ήλιος.
Και όμως πέντε εργάτριες στα Τρίκαλα δεν γύρισαν από τη βάρδια. Και δεν θα γυρίσουν από τη βάρδια. Πέντε οικογένειες θα θρηνήσουν. Πέντε σπίτια θα μαυροφορέσουν.
Τη στιγμή που γράφονται αυτά δεν ξέρουμε τι ακριβώς συνέβη και καταλήξαμε στην τραγωδία στο εργοστάσιο στα Τρίκαλα. Όμως, ξέρουμε ότι στη χώρα μας έχουμε πρόβλημα με την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία. Ξέρουμε ότι πέρσι είχαμε πάνω από 201 θύματα σε εργατικά δυστυχήματα, με επιστήμονες να μιλούν για εξελισσόμενη ανθρωπιστική κρίση στην εργασία. Ξέρουμε ότι το Εργατικό Κέντρο της περιοχής διαμαρτυρόταν και προειδοποιούσε για τα προβλήματα με την ασφάλεια στις μονάδες της περιοχής.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό. Παγκοσμίως, στο βωμό του κέρδους μέτρα ασφαλείας δεν εφαρμόζονται και συχνά φτιάχνονται χώροι εργασίας που είναι παγίδες θανάτου.
Πέρα από όσους χάνουν τη ζωή τους, υπάρχουν και αυτοί που σακατεύονται ή που εκτίθενται σε συνθήκες που χρόνια αργότερα θα οδηγήσουν σε σοβαρές ασθένειες.
Και μην ξεχνάτε ότι τις περισσότερες φορές η εργάτρια ή ο εργάτης δεν έχουν επιλογή. Το μεροκάματο το χρειάζονται. Ακόμη και εάν είναι μεροκάματο του τρόμου. Απλώς, ελπίζουν ότι «δεν θα έρθει η κακιά η ώρα». Μέχρι που έρχεται…
Όλα αυτά συνδέονται με το πώς αντιμετωπίζεται η υγεία και η ασφάλεια στους χώρους εργασίας. Γιατί αντιμετωπίζεται όχι ως χρέος και αναπόσπαστο στοιχείο της αξιοπρεπούς αντιμετώπισης της εργασίας, αλλά ως ένα από τα κόστη παραγωγής. Πολλές φορές η έγνοια είναι να μπορεί να περάσει μια μονάδα τον έλεγχο, παρά να είναι όντως ασφαλής. Ένας έλεγχος που σπανίως είναι ενδελεχής, την ώρα που η διακοπή της παραγωγής για να γίνουν επισκευές ή να προστεθούν μέτρα ασφάλειας αντιμετωπίζεται κάποιες φορές ως οικονομική καταστροφή. Γιατί συχνά τα μέτρα ασφαλείας είναι κυριολεκτικά στα χαρτιά, δηλαδή στη μελέτη και όχι στην εγκατάσταση.
Και βέβαια ουκ ολίγες φορές όταν έρχεται η ώρα της απόδοσης ευθύνης, πάντα υπάρχει η προσπάθεια όλα αυτά να αποδοθούν σε κάποια ανθρώπινα λάθη και όχι στην απουσία μέτρων ασφάλειας.
Όλα αυτά δεν αφορούν μόνο τον ιδιωτικό τομέα των επιχειρήσεων. Με ανάλογο τρόπο συμπεριφέρεται και το κράτος. Η τραγωδία των Τεμπών, το κόστος σε ζωές – που περιλάμβανε και τους εργαζόμενους στα δύο τρένα – η προσπάθεια να αποδοθούν όλα στο ανθρώπινο λάθος και όχι στην απουσία μέτρων, ώστε να είναι πραγματικά ασφαλείς οι συγκοινωνίες, αυτό υπογράμμισε με τον πιο οδυνηρό τρόπο.
Όμως, σε τελική ανάλυση η οικονομία μιας χώρας κρίνεται από το πώς φέρεται στις εργαζόμενες και τους εργαζόμενους. Από το πώς αμείβονται. Από το εάν με τις αποδοχές τους μπορούν να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Από το εάν έχουν πλήρη ιατροφαρμακευτική κάλυψη. Από το εάν εργάζονται σε χώρους δουλειάς που είναι ασφαλείς και δεν κινδυνεύει η ζωή τους, ούτε επιβαρύνεται η υγεία τους.
Μια χώρα που αντιμετωπίζει τις εργαζόμενες και τους εργαζόμενους σαν κόστος εργασίας που πρέπει διαρκώς να φθηναίνει για να διευρύνονται τα περιθώρια κέρδους, που κάνει εκπτώσεις στην εργασιακή ασφάλεια στο «όνομα της ανάπτυξης», που αδιαφορεί για τους κινδύνους στους χώρους δουλειάς, είναι μια χώρα που υπονομεύει το μέλλον των ανθρώπων της.
Δεν μπορούμε και δεν πρέπει να ζήσουμε σε μια τέτοια χώρα.