[…]

Από δυο-δυο τουλάχιστον πηγαίνουν οι ποιητικές συλλογές του Δροσίνη. Πότε η πρώτη είναι πρόσκοπος για τη δεύτερη, πότε η δεύτερη εξαντλεί την πρώτη. Έτσι συμβαίνει με τα «Φωτερά σκοτάδια» και τα «Κλειστά βλέφαρα».

Μέσα σ’ αυτά πιστεύεται ότι ο ποιητής φανερώνεται φιλοσοφικός. Αναμφισβήτητο είναι ότι παρουσιάζεται στο ανώτατο ύψος της ποιητικής του μορφής, όπως εκήρυξε τότε κ’ η κριτική του τόπου, προπάντων με το στόμα του Ξενοπούλου, που την εύρισκεν ανώτερην από του Παλαμά…

Και τα «Φωτερά σκοτάδια» βραβεύθηκαν με το Αριστείο των Γραμμάτων και Τεχνών.

Με τα «Φωτερά σκοτάδια» ο ποιητής αληθινά ευρήκε τον εαυτό του στο ποίημα της «βραχείας πνοής». Στροφές κ’ επιγράμματα όλο το βιβλίο· πουθενά τίτλος· και τα περιεχόμενά του καταστρωμένα αλφαβητικά, κατά τον τρόπο του «incipit». Αλλά πόση φροντίδα, και πόση ποικιλία εσωτερική, κάτω από τούτη την ομοιομορφία και τη συντομία της επιφάνειας!

[…]

Κ’ η ρυθμοποιία του Δροσίνη δεν έμεινε χωρίς επίδραση, καθώς άλλωστε της άξιζε. Φαντάζομαι ότι, ακόμα και σήμερα, όλοι οι νέοι στιχουργοί, αγόρια και κορίτσια και προπάντων τα κορίτσια, για τα οποία η ποίησις παρουσιάζεται περισσότερο λογική παρά μεταφυσική ενθουσιάζονται με τούτον τον ασφαλή, τον μεθοδικό, τον αλάθητο και δυνατό διδάσκαλο, που ξεύρει πώς να ογκώση την ποιητική τους πνοή, πώς να τονώση την έκφρασή της, πώς να της δώση την έξαρση και την έπαρση προσωρινήν ίσως, μα που τους χαρίζει την πρώτη πολύτιμην αυτοπεποίθηση! Στα δεκαεπτά ως τα δεκαεννιά μου χρόνια εμιμήθηκα κ’ εγώ τη στιχουργία του ποιητού, και τα ξέρω.

Ο τόνος, είπαμε και πριν, του Δροσίνη δεν είναι λυρικός. Είναι αδρότερος, χονδρότερος αμεταχείριστος για τον λυρισμό της μορφής. Το πλάτος της εμπνεύσεώς του δίνει την εντύπωση όχι των φτερών που ανοίγουν πέρα από το φυσικό τους άνοιγμα πότε χαριτωμένα, πότε επώδυνα, μα πάντοτε περαστικά όχι του πλάσματος που θέλει ν’ αναπνεύση με όλες του τις δυνάμεις: αλλά του ανθρώπου που τον εμεγάλωσαν κανονικά η φυσική ανάπτυξη κ’ η ηλικία, και το ύψος του έφθασε άκοπα ως ένα ωρισμένο σημείο που μάλιστα δεν ημπορεί πια να κατεβή απ’ αυτό.

Και όλα του τα γνωρίσματα, όλα του τα χαρίσματα, φαίνονται στην επιφάνειά του.

Είναι η ωραία κι’ ομοιόμορφη γλώσσα· είναι τ’ άφθονα τεχνικά επίθετα· είναι τα σύνθετα τα περισσότερα αυτοσχέδια του ποιητού· είναι τα «ευρήματα», όπως η αλησμόνητη «αστρογειτονιά»· είναι η ποιητική εικόνα, πάντοτε μεγάλης, και μάλιστα υψηλής συλλήψεως, χωρίς όμως ποτέ να παύη να παρουσιάζεται καθαρή και καταξάστερη. Πρέπει τέλος να σημειωθή ότι «ποιητική άδεια» δεν υπάρχει στο έργο του Δροσίνη, ιδίως για ό,τι σχετικό με τη φυσιογνωσία. Ό,τι γράφει είναι σωστό, μαθημένο, μελετημένο κι’ όχι από τα βιβλία, παρά απ’ ευθείας από το περιβάλλον. Σύνδρομο του παρνασσισμού το φαινόμενο τούτο, έχει προπάντων την καλλιτεχνική σημασία ότι δίνει αμετάθετο βάρος στις ποιητικές εικόνες και στις παρομοιώσεις, ότι στερεώνει περισσότερο τα στοιχεία που πλάθει ο δυνατός ρυθμός του Δροσίνη.

[…]

Ο Δροσίνης δεν αξιοποιεί: τα σύμβολά του είναι ήδη αξίες, αξίες καθιερωμένες από πριν. Δεν αποκαλύπτει νέα νοήματα των πραγμάτων: αποθεώνει άλλη μια φορά τα γνωστά. Κ’ οι τίτλοι πρώτα-πρώτα των «φιλοσοφικών» ποιητικών συλλογών του το φανερώνουν: «Φωτερά σκοτάδια», «Κλειστά βλέφαρα».

[…]

Αυτός είναι ο συμβολισμός του Δροσίνη. Αλλ’ όχι μόνον αυτός. Για να είμαστε ακριβέστεροι, αυτός είναι ο άξιος για τ’ όνομα, ο ανώτερος, ο καλλιτεχνικός. Αλλ’ υπάρχει κι’ άλλος ο κατώτερος, ο «γνωμικός», ο φρονηματιστικός. Και άλλος; Μα σχεδόν «πανσυμβολισμός» είναι τα «Φωτερά σκοτάδια», από την αρχήν ως το τέλος. Ο Δροσίνης δεν αρκείται πια στην ωραίαν εικόνα· θέλει κ’ ένα νόημα. Η φόρμα είναι τώρα κτήμα του, αλλά δεν του φθάνει: θέλει την Ιδέα. Και, μα την αλήθεια, η Ιδέα ευρήκε τη φόρμα της έτοιμη.

Αυτός ο πανσυμβολισμός (η «συμβολοθηρία» να πη κανείς;) έδωσε κυρίως στον Δροσίνη το μεγαλοπρεπές χαρακτηριστικό του «φιλοσοφικού» ποιητού, στις δυο βέβαια τούτες ποιητικές συλλογές του. Προτιμώ τον χαρακτηρισμό του «γνωμικού» ποιητού, που του δίνει ο κ. Καμπάνης στην Ιστορία του.

[…]

Η φιλολογική μου γενεά, έξω από ολίγες εξαιρέσεις, είναι άμορφη. Αυτό το αγαθό το έχασε.

Έχει να πη πολλά, μα δεν το κατορθώνει εντελώς: δεν ηξεύρω κι’ αν θα το κατορθώση. Μοιάζει με τον άνθρωπο που δεν έχει τα λόγια και τον τρόπο να διηγηθή, και ξεσπά σε φωνές άνισες, σε χειρονομίες.

Γι’ αυτό, την μορφή χρωστώ να την αναγνωρίσω απολύτως στον Δροσίνη. Αν δεν έγραψε πάντοτε κάτι τέλειο, έγραψε πάντοτε κάτι τελειωμένο. Όπως κι’ όλοι του οι σύγχρονοι, καθένας με το ιδικό του μέτρο.

*Αποσπάσματα από κείμενο του λογοτέχνη, κριτικού και δοκιμιογράφου Τέλλου Άγρα, που έφερε τον τίτλο «Γεώργιος Δροσίνης» και είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό «Νέα Εστία» τον Αύγουστο του 1934 (έτος Η’, τόμος 16ος, τεύχος 184).

Ο λογοτέχνης και ακαδημαϊκός Γεώργιος Δροσίνης, με καταγωγή από το Μεσολόγγι, γεννήθηκε στην καρδιά της Αθήνας (συνοικία της Πλάκας) στις 9 Δεκεμβρίου 1859 και απεβίωσε στην Κηφισιά στις 3 Ιανουαρίου 1951.

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr