Στις 27 Απριλίου του 1936, σε μια κλινική ενός προαστίου της Βαρσοβίας, η Ούρσουλα γέννησε ένα υγιέστατο κοριτσάκι. Την ονόμασε Τζανίνα, Νίνα στο υποκοριστικό. Υστερα από οκτώ ώρες ήταν πάλι στο διαμέρισμα, «καθισμένη δίπλα σε μια λάμπα με καπέλο, μπροστά στον παράνομο πομπό της», και μετέδιδε ένα μήνυμα που άρχιζε έτσι: «Παρακαλώ, συγχωρήστε με για την καθυστέρηση, αλλά μόλις γέννησα μια κόρη».

ΜΠΕΝ ΜΑΚΙΝΤΑΪΡ «ΠΡΑΚΤΟΡΑΣ ΣΟΝΥΑ»

Θα μπορούσαμε να φανταστούμε μια νοικοκυρά στον ρόλο της κατασκόπου; Για να δυσκολέψουμε την υπόθεση εργασίας: θα μπορούσαμε να φανταστούμε μια νοικοκυρά, μητέρα τριών παιδιών, να προΐσταται ενός κατασκοπευτικού δικτύου; Ακόμη δυσκολότερα: μια νοικοκυρά, μητέρα τριών παιδιών από τρεις διαφορετικούς άνδρες (όχι όλους συζύγους της), να εργάζεται πάνω στην υποκλοπή των σχεδίων της πρώτης ατομικής βόμβας; Ναι, θα μπορούσαμε, αν κάναμε λόγο για μια ταινία κινουμένων σχεδίων ή/και για μια οικογενειακή περιπέτεια της Ντίσνεϊ. Στην αληθινή ζωή, μας φαίνεται κομμάτι απίθανο. Ιδίως στην περίπτωση που (ακριβώς όπως στις παραγωγές της Ντίσνεϊ) η ιστορία μας έχει ευτυχές τέλος: η ηρωίδα μας τη βγάζει καθαρή.

Μη βιαστείτε να με κατηγορήσετε για χαλάστρα: όλα τα στοιχεία που σας έδωσα, ο Μπεν Μακιντάιρ, ο βρετανός συγγραφέας του non fiction best seller Πράκτορας Σόνυα, που μετέφρασε στα ελληνικά με πρόδηλο κέφι ο πολύπειρος Γιώργος-Ικαρος Μπαμπασάκης και κυκλοφόρησε προ δύο μηνών από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος, μας τα αποκαλύπτει από τις πρώτες σελίδες. Με τον Μακιντάιρ έχουμε ασχοληθεί ξανά στο παρελθόν (Η έρημος με τα κάτοπτρα, «ΤΑ ΝΕΑ», 14/6/2019) κι έχουμε εντοπίσει, εκτός από την απαράμιλλη αφηγηματική του άνεση και την ικανότητά του να ανασυνθέτει συναρπαστικές αληθινές ιστορίες δίχως να καταφεύγει στις μυθοπλαστικές ευκολίες άλλων διάσημων συναδέλφων του, και μια εμμονή ως προς τη θεματική του: πώς απλοί, καθημερινοί άνθρωποι παγιδεύονται στα γρανάζια (στα δόντια της μυλόπετρας, για να μνημονεύσουμε και τον δικό μας Νίκο Κάσδαγλη) της Ιστορίας· πώς η μικροϊστορία και η μακροϊστορία συνυφαίνονται στον ίδιο αργαλειό. Στην Επιχείρηση Κιμάς του Μακιντάιρ παρακολουθούμε τις μεταθανάτιες ταλαιπωρίες ενός πτώματος από τα αζήτητα, εν μέσω Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, προκειμένου να ξεβραστεί στις ακτές της «ουδέτερης» Ισπανίας, εφοδιασμένο με πλαστά έγγραφα και ταυτότητες, και να συμβάλει αποφασιστικά στη μεγαλύτερη παραπλάνηση της σύγχρονης ιστορίας: να πείσει τις δυνάμεις του Αξονα ότι οι Σύμμαχοι σκοπεύουν να αποβιβαστούν στην Ελλάδα και όχι στη Σικελία. Στον Κατάσκοπο και τον Προδότη του ίδιου συγγραφέα βλέπουμε να ξετυλίγεται μπροστά μας ο σχεδόν παράλληλος αγώνας δρόμου ενός «αποστάτη» των Σοβιετικών κι ενός «αποστάτη» των Δυτικών: από το ποιος από τους δύο θα κόψει πρώτος το νήμα, θα κριθεί και η έκβαση του Ψυχρού Πολέμου, πιθανόν και η καταδίκη ή η σωτηρία από την πυρηνική καταστροφή. Στοιχεία από αμφότερα τα non fiction αφηγήματα του Μακιντάιρ συναπαντάμε στην Πράκτορα Σόνυα – αλλά και κάτι παραπάνω: ένα διεισδυτικό βλέμμα σε αυτό που θα μπορούσαμε να βαφτίσουμε ως «Σύνδρομο Φίλμπι».

Μιαν «αξονική τομογραφία» του Συνδρόμου Φίλμπι μπορούμε να βρούμε στον ογκωδέστατο αλλά και απολαυστικότατο Ερασιτέχνη Επαναστάτη του Απόστολου Δοξιάδη (Ικαρος, 2018). Ο νεαρός Απόστολος, κατά τα πρώτα χρόνια της δικτατορίας των συνταγματαρχών, γοητεύτηκε από τον θρύλο του Κιμ Φίλμπι, του βρετανού μεγαλοαστού που, επί δεκαετίες και κυριολεκτικά κάτω από τη μύτη των συμπατριωτών του, έδρασε ως ιδιαίτερα αποτελεσματικός πράκτορας των Σοβιετικών. Καθώς η ταξική θέση του Φίλμπι τον απάλλασσε διά βίου από τις σκοτούρες του επιούσιου και τον άφηνε παγερά αδιάφορο απέναντι στα οικονομικά θέλγητρα που σαγήνευαν έτερους πράκτορες, ουσιαστικά δεν είχε άλλο κίνητρο για να αναλάβει δράση τόσο υψηλού προσωπικού ρίσκου (πέρα από την αξιοσημείωτη – για άτομο της δικής του ευφυΐας – διαχρονική ιδεολογική του αγκύλωση, ιδίως όπως αποκαλύπτεται στον Σιωπηλό μου Πόλεμο (1968), την αυτοβιογραφία που έγραψε αφότου αποσκίρτησε στη Μόσχα) από την ακατάσχετη κι εθιστική έκλυση της αδρεναλίνης: να ζεις δυο ζωές ταυτόχρονα, μια επιδερμική φανερή και μια βαθύτερη κρυφή· κανένας από τον κοινωνικό σου κύκλο να μην υποπτεύεται την ύπαρξη της δεύτερης. Βεβαίως, όταν η γοητεία του Φίλμπι ξεθύμανε στα μάτια του Δοξιάδη (και ξεθύμανε γρήγορα), αφαιρέθηκαν και οι παρωπίδες που εμπόδιζαν την ακριβοδίκαιη αποτίμηση του «ειδώλου» του: η αδρεναλίνη του Φίλμπι είχε και μια ανθρωποφαγική διάσταση· η έκλυσή της οδήγησε ουκ ολίγους δυτικούς πράκτορες στο απόσπασμα.

Η «πράκτορας Σόνυα» του Μπεν Μακιντάιρ, κατά κόσμον Ούρσουλα Κουτσίνσκι, έχει τόσες ομοιότητες με τον Κιμ Φίλμπι όσες και διαφορές. Κατάγεται κι εκείνη από εύπορη οικογένεια και φροντίζει εξίσου για την έκλυση της αδρεναλίνης της μέσω του κινδύνου, συχνά μάλιστα τη συγχέει με το (παράνομο) ερωτικό πάθος. Σε αντίθεση όμως με τον Φίλμπι, η Ούρσουλα είναι Γερμανοεβραία, γεννημένη το 1907· όποιο δίχτυ ασφαλείας μπορεί να της παράσχει η ταξική της καλοτυχία αποδεικνύεται διάτρητο πολύ πριν κλείσει τα τριάντα της χρόνια. Μια έντονη αίσθηση της κοινωνικής αδικίας, συνδυασμένη με την τυχοδιωκτική της ιδιοσυγκρασία, την οδηγεί στους πιο απίθανους προορισμούς – στην Κίνα, στη Μογγολία, στην Πολωνία, στην Ελβετία, στη Μεγάλη Βρετανία – και στις πιο απρόβλεπτες ανδρικές αγκαλιές. Πάνω απ’ όλα, ωστόσο, την προσδένει αμετάκλητα στο άρμα της Σοβιετικής Ενωσης, στο «Κέντρο», στο οποίο και λογοδοτεί για όλη την υπόλοιπη ζωή της. Συνταράσσεται από τις σταλινικές εκκαθαρίσεις – πολλοί δικοί της άνθρωποι εξαφανίζονται εν μία νυκτί – αλλά δεν αλλάζει στρατόπεδο. Η ιδεολογική της προσήλωση στο «αλάθητο» της κομμουνιστικής μητρόπολης κλονίζεται μονάχα τον Αύγουστο του 1939, με το σύμφωνο μη επίθεσης Μολότοφ – Ρίμπεντροπ, όταν διατάσσεται από το «Κέντρο» να βάλει στον πάγο κάθε αντιναζιστική επιχείρηση, αλλά ευτυχώς για την ψυχική της υγεία η εισβολή της Γερμανίας στη Ρωσία τον Ιούνιο του 1941 αποκαθιστά «φίλους» και «εχθρούς» στους παραδοσιακούς τους ρόλους. Ακόμη και η κλοπή των σχεδίων της ατομικής βόμβας, κατά την κρίση της, συμβάλλει στην ισορροπία του τρόμου και την παγκόσμια ειρήνη.

Το γεγονός ότι η Ούρσουλα είναι γυναίκα σε ένα αυστηρά ανδροκρατούμενο σύμπαν – το σύμπαν των κατασκόπων –  λειτουργεί εντέλει προς όφελός της. Οποτε ο κλοιός γύρω της στενεύει, οι υποψίες πέφτουν πάνω στους συζύγους ή στους εραστές της, αλλά ποτέ στην ίδια. Κανένας δεν υποπτεύεται μια γυναίκα (εκτός από μιαν… άλλη γυναίκα, που δουλεύει στη βρετανική αντικατασκοπία). Μολαταύτα, το μεγάλο της αβαντάζ είναι η ίδια της η μητρότητα. Μητέρα τριών παιδιών που τα μεγαλώνει και τα υπερασπίζεται αδιαπραγμάτευτα. Μπορεί να στέλνεις μηνύματα τη νύχτα με ραδιοπομπό και το πρωί να αλλάζεις πάνες;

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr