Στις 15 Μαρτίου του 1975, πέθανε, από μυασθένεια, στο Παρίσι ο Αριστοτέλης Ωνάσης. Ηταν μόνο 69 ετών. Και ήταν σαν να είχε ζήσει πέντε, δέκα, δεκαπέντε ζωές. Ενας χρόνος από τη δική του ζωή, ολόκληρη η ζωή ενός «κανονικού» ανθρώπου. Μήπως γι’ αυτό ασκεί γοητεία και προκαλεί το ενδιαφέρον έως σήμερα; Σε μια εποχή που η προσωπικότητά του είναι κόντρα σε όλον τον κατάλογο των επιταγών της σύγχρονης πολιτικής ορθότητας. Βίαιος, άξεστος, αδίστακτος, απόλυτα εγωκεντρικός, προκλητικός. Και πλούσιος, πολύ πλούσιος, όπως έλεγε και κάποια ψυχή «ξεδιάντροπα πλούσιος» – όχι λόγω μεγέθους περιουσίας αλλά εξαιτίας του τρόπου με τον οποίον την επιδείκνυε.

Μισό, σχεδόν, αιώνα μετά τον θάνατό του, δεν νομίζω ότι εξακολουθεί να είναι θρύλος λόγω της δύναμής του. Το αντίθετο. Θεωρώ ότι αυτό που τροφοδότησε και τροφοδοτεί τον μύθο του ήταν οι αδυναμίες του. Αυτές οι αντιφάσεις που φορτώνουν τις ζωές των ανθρώπων (πλούσιων και φτωχών, δυνατών και αδύναμων, κακότροπων και καλότροπων, «βρώμικων» και «καθαρών», «θεών» και «δαιμόνων») με δραματουργικά στοιχεία και τους κάνουν τραγικά πρόσωπα. Ποτέ το μονοδιάστατο, όσο λαμπερό ή αγαθό κι αν είναι, δεν καθιερώνεται ως γοητευτικό.

Ο Νίκος Δήμου στο «Η δυστυχία να είσαι Ελληνας» γράφει, πολύ εύστοχα: «Ο Ελληνας, όταν βλέπει τον εαυτό του στον καθρέφτη, αντικρίζει είτε τον Μεγαλέξαντρο είτε τον Κολοκοτρώνη είτε (τουλάχιστον) τον Ωνάση. Ποτέ τον Καραγκιόζη». Με βάση, λοιπόν, αυτό το παραδοσιακό ελληνικό πολύπτυχο, ο Ωνάσης φαντάστηκε τον εαυτό του ως Μεγαλέξαντρο, ρίχτηκε, σε άλλου είδους, μάχες με τη στρατηγική του Κολοκοτρώνη αλλά δεν είχε και κανένα απολύτως πρόβλημα να συμπεριφερθεί σαν καραγκιόζης.

Από το Α έως το Ω

Ο Αριστοτέλης Ωνάσης ήταν αυτό που λέμε «πολύ Ελληνας». Και όχι βέβαια επειδή ήταν γλεντζές, χόρευε συρτάκι, έσπαγε πιάτα και προς τιμή του έχει γραφτεί το «Λεβεντόπαιδο Αρίστο, μπες στο μαγαζί και κλείσ’ το». Αλλά γιατί στη ζωή και την πορεία του βάδισε, ασυνείδητα προφανώς, στα χνάρια της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Ο αγώνας, η ύβρις, η νέμεσις και η κάθαρση – αυτή που συντελέστηκε πριν από 46 χρόνια. Το τέλος μίας «ένδοξης» ζωής με έναν εντελώς άδοξο θάνατο. Τα ήθελε όλα αλλά δεν του αρκούσε τίποτα. Αυτό το αίσθημα που ανικανοποίητου που λένε οι επιστήμονες της ψυχής, που σε κατατρώει αλλά μπορεί και να σε απογειώσει. Και να σε πάει ψηλά, τόσο ψηλά που, στο τέλος, να σε βγάλει εκτός τροχιάς.

Ηταν άνθρωπος σκληρός και αυταρχικός. Κατάφερε μεν να εξευγενιστεί χωρίς όμως να ξεριζώσει από μέσα του τον πρωτογονισμό του. Φαίνεται, απ’ όσα έχω διαβάσει γι’ αυτόν, ότι κάποια στιγμή φαντάστηκε ότι ξεπερνούσε τα ανθρώπινα μέτρα – η ύβρις που λέγαμε. Και τότε, στο απόγειο της δύναμής του, ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση. Οι επιχειρήσεις του έπαιρναν την κάτω βόλτα, οι άνθρωποι γύρω του χάνονταν, έφευγαν, πέθαιναν. Και τότε ο ίδιος άρχισε να εξανθρωπίζεται. Από τη συνειδητοποίηση της φθαρτότητάς του έως τον θάνατο, η απόσταση ήταν πολύ μικρή.

Στο σήμερα

Ο Ωνάσης, λίγο πριν από το τέλος της ζωής του, έλεγε: «Υπήρχαν πολύ πιο πλούσιοι από εμένα αλλά δεν έζησαν τόσο ωραία όσο εγώ». Κι αυτήν την ωραία ζωή του, την έκανε παντιέρα, φρόντιζε να φωτογραφίζεται, να έχει ντοκουμέντα. Σαν να είχε φανταστεί το Instagram και το Facebook πολλές δεκαετίες πριν. «Θα γινόταν ο Ωνάσης μύθος αν ζούσε σήμερα;» είχα ρωτήσει σε μια συνέντευξη για τα «ΝΕΑ», πριν από ενάμισι χρόνο, τον Σταμάτη Φασουλή, με αφορμή την παράσταση στο «Παλλάς» με θέμα τη ζωή του έλληνα μεγιστάνα. Μου είχε απαντήσει τότε: «Η εποχή μας δεν έχει μύθους. Μπορεί και να μην τους χρειάζεται. Αυτό που χρειάζεται είναι μικρά μυρμήγκια, τους χρήστες των σόσιαλ μίντια, που ανάγουν σε μύθο το τίποτα».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο