Τα πρώτα χρόνια της 42χρονης ζωής του ο Μισέλ Ζεκλέρ τα πέρασε στη Μαρτινίκα, τα επόμενα στο Μπανιέ, ένα υποβαθμισμένο προάστιο του Παρισιού, μαζί με τη μητέρα και τον αδελφό του. Η μητέρα του ήταν νοσοκόμα, δούλευε συχνά νύχτα, τον ορμήνευε συνεχώς να είναι διακριτικός, να μην προκαλεί πάνω του την προσοχή, και γιατί ήταν νέοι στη Γαλλία και γιατί είναι μαύρος. Στην εφηβεία του, όμως, ο Μισέλ έμπλεξε, δεν ήταν και δύσκολο στο Μπανιέ, πήρε μέρος σε ένοπλες ληστείες, καταδικάστηκε στα 17 του και έμεινε στη φυλακή μέχρι τα 24. Αλλά δεν μιλάει ποτέ για αυτό, «ντρέπεται», έβαλε αυτή τη «χαώδη νιότη» οριστικά πίσω του και φρόντισε να είναι στο εξής «άμεμπτος».

Ασχολήθηκε με τη μουσική, και δη με τη γαλλική ραπ, έγινε παραγωγός, και μάλιστα πολύ καλός στο είδος του. Πέραν του συγκεκριμένου κύκλου, ωστόσο, ελάχιστοι στη Γαλλία τον γνώριζαν μέχρι τις 21 Νοεμβρίου του 2020. Εκείνο το βράδυ, ενώ το Παρίσι βρισκόταν στο δεύτερο lockdown του, τρεις λευκοί αστυνομικοί εντόπισαν τον Μισέλ Ζεκλέρ να περπατά χωρίς μάσκα στον δρόμο – δευτερόλεπτα αργότερα, ο μουσικός παραγωγός μπήκε στο στούντιο που διατηρεί στο 17ο διαμέρισμα του Παρισιού. Οι αστυνομικοί εισέβαλαν με το έτσι θέλω στον χώρο, ακολουθώντας τον. Στο επόμενο καρέ, ο Ζεκλέρ δεχόταν μια βροχή από χτυπήματα και ύβρεις, με κλομπ, γροθιές, κλωτσιές και γονατιές. Προσπάθησε να αμυνθεί, δεν ανταπέδωσε όμως ούτε ένα χτύπημα και έκανε το παν για να μείνει όρθιος – μπορεί η Γαλλία να μην είναι ΗΠΑ, αλλά είχε διαβάσει υπερβολικά πολλές ιστορίες ανθρώπων «που πέφτουν και έπειτα πεθαίνουν από ασφυξία». Ηταν τόσο παράλογα τα όσα ζούσε που κάποια στιγμή αναρωτήθηκε αν ήταν πραγματικοί αστυνομικοί αυτοί που τον χτυπούσαν αλύπητα, «καλέστε την αστυνομία!» φώναξε.

Οι κραυγές του έφτασαν μέχρι τον υπόγειο χώρο του στούντιο, πολλοί νεαροί καλλιτέχνες ηχογραφούσαν εκεί ένα κομμάτι, έσπευσαν να δουν τι συμβαίνει: οι αστυνομικοί οπισθοχώρησαν, εγκατέλειψαν το στούντιο και κάλεσαν ενισχύσεις. Με προτεταμένα τα όπλα διέταξαν τον Ζεκλέρ να βγει έξω. Ενας συνάδελφός τους πέταξε δακρυγόνο μέσα στον χώρο. Δευτερόλεπτα αργότερα, ο Ζεκλέρ και οι υπόλοιποι βγήκαν με τα χέρια ψηλά, ο ένας μετά τον άλλον. Ο Ζεκλέρ ρίχτηκε στο έδαφος, δέχθηκε νέα χτυπήματα. Ολοι τους οδηγήθηκαν στο αστυνομικό τμήμα. Οι αστυνομικοί υποστήριξαν εγγράφως πως είχαν ακολουθήσει τον μουσικό παραγωγό μέσα στο στούντιο γιατί ανέδιδε μια βαριά μυρωδιά χασίς, ισχυρίστηκαν επίσης πως τους χτύπησε και προσπάθησε να αρπάξει ένα από τα όπλα τους. Η εισαγγελία άνοιξε έρευνα σε βάρος του για «άσκηση βίας σε βάρος οργάνων της τάξης» και «ανταρσία». Λίγες ημέρες αργότερα, ωστόσο, στις 26 Νοεμβρίου, το ηλεκτρονικό μέσο ενημέρωσης Loopsider δημοσιοποίησε βίντεο από την κάμερα ασφαλείας του στούντιο. Η «υπόθεση Μισέλ Ζεκλέρ» μετατράπηκε σε εθνικό σκάνδαλο.

Δεν ήταν βέβαια το πρώτο κρούσμα αστυνομικής βίας στη Γαλλία. Αλλά αυτό το βίντεο, μαζί και τα άλλα που τράβηξαν περαστικοί έξω στον δρόμο, ήταν σοκαριστικό. Η βιτρίνα της ομοφωνίας που προτάσσει συνήθως η αστυνομία σε τέτοιες περιπτώσεις κατέρρευσε. Αξιωματούχος του Ελιζέ τηλεφώνησε στον Ζεκλέρ προκειμένου να του εκφράσει την «ντροπή» που ένιωσε ο Εμανουέλ Μακρόν στο θέαμά τους. «Αυτές οι εικόνες είναι αχαρακτήριστες, είναι εξαιρετικά σοκαριστικές» έσπευσε να δηλώσει στην τηλεόραση ο «σκληρός» υπουργός Εσωτερικών του, Ζεράλντ Νταρμανέν. Για «συμπεριφορές κακοποιών» έκανε λόγο ο γενικός διευθυντής της γαλλικής αστυνομίας. Οι τρεις αστυνομικοί που είχαν ξυλοκοπήσει τον Ζεκλέρ, καθώς και ο τέταρτος που πέταξε το δακρυγόνο, τέθηκαν σε διαθεσιμότητα, η εισαγγελία ξεκίνησε σε βάρος τους επίσημη έρευνα, δύο από αυτούς παρέμειναν για ένα διάστημα προφυλακισμένοι. Η κατακραυγή ήταν τόσο μεγάλη που η κυβέρνηση αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να δεχθεί να ξαναγραφτεί το διαβόητο άρθρο 24 του νομοσχεδίου περί «καθολικής ασφάλειας», που ποινικοποιούσε στην αρχική μορφή του την «κακόβουλη» δημοσίευση φωτογραφιών αστυνομικών. Δύο εβδομάδες μετά το συμβάν, ο γάλλος πρόεδρος παραχώρησε μια συνέντευξη στο ηλεκτρονικό μέσο Brut όπου πρόφερε για πρώτη φορά από την αρχή της θητείας του τον όρο «αστυνομική βία». Μια μεγάλη δημόσια διαβούλευση για την «αστυνομία του μέλλοντος» ξεκίνησε μέσα Ιανουαρίου με κυβερνητική πρωτοβουλία στο Παρίσι.

Ο Μισέλ Ζεκλέρ έχει επιστρέψει στο στούντιό του, αναρρώνει όμως ακόμα από τα τραύματα και το σοκ του. Στις συνεντεύξεις του φροντίζει να επισημαίνει πως δεν είναι όλοι οι αστυνομικοί ίδιοι, έχει φίλους αστυνομικούς, ανθρώπους στους οποίους έχει «εμπιστοσύνη» και «κάνουν πολύ καλά τη δουλειά τους». «Αυτοί οι τρεις αστυνομικοί», λέει εν τούτοις, «πρέπει να ένιωθαν μεγάλη σιγουριά για να κάνουν ό,τι έκαναν. Για να μπορούν τρεις άνθρωποι να συμπεριφέρονται έτσι, υπάρχει αναγκαστικά μια αλυσίδα ανοχής… Και αυτό είναι τρομακτικό».

Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις από την ελληνική επικαιρότητα δεν είναι καθόλου συμπτωματική.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο