«ΟΝίκος Πλουμπίδης είναι από 27ετίας πράκτορας της Ασφάλειας. Στη χιτλερική κατοχή και την περίοδο της αμερικανοκρατίας, ο προβοκάτορας Πλουμπίδης έκανε μεγάλη ζημιά στο λαϊκό κίνημα και τον λαό μας. Ο Πλουμπίδης είναι βαμμένος θανάσιμος εχθρός του λαού. Τα στοιχεία που αφορούν τη χαφιέδικη πρακτορική δράση του θα δημοσιευτούν την κατάλληλη ώρα».

Ραδιοφωνικός σταθμός «Ελεύθερη Ελλάδα»   Βουκουρέστι 27 Νοεμβρίου 1952

Δεν θέλω ούτε κατά προσέγγιση να φανταστώ την ψυχολογική κατάσταση ενός ανθρώπου που έχει συλληφθεί δύο ημέρες πριν, που είναι κάτι παραπάνω από βέβαιος ότι η σύλληψή του αποτελεί το πρελούδιο στη θανατική του καταδίκη, και μολαταύτα υποχρεώνεται να ακούσει τους δεσμοφύλακές του να του μεταφέρουν χαιρέκακα το ραδιοφωνικό μήνυμα των συντρόφων του (με την έγκριση, αν όχι την υπαγόρευση του ίδιου του αρχηγού του, του Νίκου Ζαχαριάδη) από το  μακρινό Βουκουρέστι: είναι προδότης· ήταν προδότης εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες· προδότης ευθύς εξαρχής. Μήπως είχε δώσει  κάποιο… δικαίωμα ώστε να τον υποψιαστούν οι σύντροφοί του; Ναι, είχε δώσει. Οκτώ μήνες νωρίτερα είχε δημοσιοποιήσει χειρόγραφη επιστολή του, όπου πρότεινε στις κρατικές αρχές να ανταλλάξει το δικό του σαρκίο -βασανισμένο ήδη εδώ και πάνω από μια δεκαετία από τη φυματίωση – με το σαρκίο του Νίκου Μπελογιάννη· ουσιαστικά πρότεινε να αντικαταστήσει τον Μπελογιάννη μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Ποιος θα πρότεινε ποτέ κάτι ανάλογο; Μονάχα ένας οσιομάρτυρας ή ένας πράκτορας της Ασφάλειας. Ο Ζαχαριάδης δεν πίστευε στους οσιομάρτυρες· τουλάχιστον όχι στους οσιομάρτυρες που δεν είχε κατασκευάσει ο ίδιος.

Ο Νίκος Πλουμπίδης (1902-1954) ήταν ο οσιομάρτυρας που θα επιθυμούσε κάθε κόμμα να κοσμεί τις τάξεις του – αλλά, με τις τότε δεδομένες πολιτικές συνθήκες, μονάχα το παράνομο ΚΚΕ ήταν σε θέση να παράγει. Φανατικός κομμουνιστής – ποτέ δεν παρέκλινε από την «ορθόδοξη» γραμμή -, έτοιμος να υπερασπιστεί το κόμμα από κάθε εσωτερική κι εξωτερική επιβουλή, πρόθυμος ανά πάσα στιγμή να δώσει τη ζωή του για το κόμμα, ακόμη και αν το κόμμα τον αποκήρυσσε ως πράκτορα της Ασφάλειας· με όποιο ζύγι και αν τον ζυγίσουμε, ο ιδανικός κομματικός πατριώτης. Οταν στήθηκε στα έξι μέτρα, τον Αύγουστο του 1954, δύο πράγματα αρνήθηκε: να του δέσουν τα μάτια και να αποκηρύξει εκείνον που τον αποκήρυξε. «Ο Ζαχαριάδης είναι ο πραγματικός αρχηγός μου», είπε· «τον υπακούω και τώρα». Το ευχαριστώ του Ζαχαριάδη; «Ο Πλουμπίδης δεν πέθανε», σχολίασε από τα ερτζιανά ο εκφωνητής της «Ελεύθερης Ελλάδας» στο Βουκουρέστι· «μεταφέρθηκε στην Αμερική, όπου γεμίζει τις μέρες και τις τσέπες του με το πικρό αντίτιμο της προδοσίας».

«Ω, κυρία μου, τι ωραία που διαθέτετε τη ζωή των άλλων!», αναφώνησε χαριτολογώντας ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Ηταν αυτοεξόριστος στο Παρίσι, το 1924, και τηλεφωνούσε με εύθυμη διάθεση στη μεγάλη ντίβα του θεάτρου μας, την Κυβέλη Αδριανού, που βρισκόταν περαστική από τη γαλλική πρωτεύουσα. Το περιστατικό αφηγήθηκε η ίδια η Κυβέλη πολλά χρόνια αργότερα στον Αλέκο Λιδωρίκη – και μας το υπενθύμισε πάλι ο Μάκης Δελαπόρτας στην πικάντικη βιογραφία της («Καθημερινή», 2021). Σύμφωνα με την αφήγηση της Κυβέλης, είχε προηγηθεί του τηλεφωνήματος μια συνέντευξή της, όπου σε ερώτηση του δημοσιογράφου εάν ο Βενιζέλος θα έπρεπε να επιστρέψει στην Ελλάδα ακόμη και αν «τον σκότωναν», η Κυβέλη δεν μάσησε τα λόγια της. «Ακουσε, φίλε μου», απάντησε, «κι αν τον σκοτώσουν, αυτό θα πει πως ένας Ελευθέριος Βενιζέλος δεν έχει γεννηθεί για να τελειώσει τη ζωή του πάνω σ’ ένα κρεβάτι κοινό, απαλό και μαλακό…». Ο Βενιζέλος, που είχε ήδη επιβιώσει μιας δολοφονικής απόπειρας (1920) και θα επιβίωνε ακόμη μίας στο μέλλον (1933), γνώριζε από πρώτο χέρι πόσο χουβαρντάδες είμαστε με τις ζωές των άλλων, ιδίως όταν τους ζητάμε να θυσιάσουν τη ζωή τους για έναν ανώτερο σκοπό, όπως η πατρίδα ή το κόμμα, πόσω μάλλον ο… συνδυασμός τους. Μάλιστα. Ο κομματικός πατριωτισμός δεν γεννήθηκε με τον Ζαχαριάδη, ούτε πέθανε με την αποπομπή του.

Μεταπολιτευτικά, ο Μολώχ του κομματικού πατριωτισμού δεν ζητάει πια αληθινό αίμα – παρότι δεν λέει «όχι» αραιά και πού σε κανένα νόστιμο μεζεδάκι, υπό μορφήν αυτοκτονίας, εγκεφαλικού, ανακοπής κ.ο.κ. Σε γενικές γραμμές, πάντως, παραμένει σταθερά προσηλωμένος στην αρχή «το κόμμα über alles» και αρκείται σε εικονικές τελετουργικές ανθρωποθυσίες -παραιτήσεις, διαγραφές κ.λπ. – που υποδηλώνουν ότι ένα κόμμα οφείλει να μη διστάζει μπροστά σε καμία παρθενορραφή, όσο επώδυνη ή γελοία, προκειμένου να ανακτήσει – έστω κατ’ επίφασιν, έστω κατά φαντασίαν – την πρότερή του παρθενία. Θα συμφωνήσουμε με τους  πρόθυμους να θυσιάσουν τους «άλλους» για το καλό του κόμματος (κοίτα σατανική σύμπτωση: σχεδόν πάντοτε είναι οι εισοδιστές, οι γενίτσαροι, οι πιο ευάλωτοι σε συκοφαντίες για κομματικο-πατριωτική μειοδοσία και οι πιο πιθανοί να πάρουν προτεραιότητα για την καρμανιόλα) ότι ένας διαχρονικός οργανισμός σαν το κόμμα -κυρίως το μεγάλο κόμμα, το πρόστυχο, το πολυσυλλεκτικό – δεν μπορεί να ρισκάρει το καλό του όνομα στην πολιτική πιάτσα από τις αδυναμίες, τα ολισθήματα ή και τα εγκλήματα των εκάστοτε στελεχών του. «Πονάει δόντι, βγάζει δόντι». Σωστό κι αυτό.

Δεν θέλω να με παρεξηγήσετε. Το πρόβλημα δεν ξεκινάει από τη στιγμή που ένα υγιές σώμα αποφασίζει να ακρωτηριάσει οικειοθελώς το σάπιο του μέλος προκειμένου να μην εξαπλωθεί η γάγγραινα, αλλά από τη στιγμή που ένα μεγάλο κόμμα αποφασίζει να θυσιάσει in cold blood ένα μέλος του, ανεξαρτήτως εάν είναι υγιές ή άρρωστο, προκειμένου να διασώσει… – τι, άραγε; Το τομάρι του από τη γάγγραινα; Μα τότε -θα μου επιτρέψετε να προσθέσω – είναι πολύ αργά: η γάγγραινα έχει κιόλας εξαπλωθεί. Η εικονική ανθρωποθυσία είναι πια τόσο άχρηστη όσο και στην περίπτωση που σου μυρίσει άσχημα κάτι ανοίγοντας το ψυγείο κι εσύ πανικόβλητος αρχίσεις να πετάς έξω τρόφιμα στα κουτουρού· υπάρχει πάντα η ισχυρή πιθανότητα να αφήσεις μέσα μονάχα το γιαούρτι που έχει ήδη λήξει.

Κάπως έτσι φθάνουμε στη Λίνα Μενδώνη. Την ώρα που δημοσιεύονται αυτές οι γραμμές, δεν γνωρίζω εάν η υπουργός Πολιτισμού έχει μαζέψει τα μπογαλάκια της από την οδό Μπουμπουλίνας, εάν έχει κερδίσει μια εύλογη παράταση χρόνου, ούτως ώστε να μην πιστωθεί την αποχώρησή της η αξιωματική αντιπολίτευση ή εάν δεν πρόκειται να κουνηθεί ποτέ από το πόστο της για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Δεν με τρομάζει η ιδέα να αποχωρήσει επειδή της καταλογίζεται πολιτική ευθύνη (αλίμονο, αυτοί  είναι οι δυσάρεστοι κανόνες του παιχνιδιού). Ασχέτως όμως πολιτικής ευθύνης; Εν ονόματι του κομματικού πατριωτισμού; Σαν να ακούω το υποχθόνιο γέλιο του Ζαχαριάδη.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο