Στις μέρες μας, συνηθίζουμε να αποκαλούμε δικηγόρο του διαβόλου αυτόν που εσκεμμένα υπερασπίζεται μια μη δημοφιλή άποψη με σκοπό είτε απλώς να τραβήξει την προσοχή είτε να προκαλέσει περαιτέρω εμβάθυνση σε μία συζήτηση.

Στις παλιές εποχές της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, ο «δικηγόρος του διαβόλου» (advocatus diaboli) ήταν κάτι διαφορετικό και είχε πολύ συγκεκριμένο ρόλο.

Καθήκον του ήταν να εξετάζει σχολαστικά τη ζωή και τα πεπραγμένα όσων είχαν προταθεί να ανακηρυχθούν άγιοι.

Τον συγκεκριμένο ιερέα τον αποκαλούσαν «δικηγόρο του διαβόλου» γιατί στην λεπτομερή παρουσίαση της ζωής των υποψηφίων, περιελάμβανε οποιοδήποτε μικρό ή μεγάλο γεγονός θα μπορούσε να πλήξει το κύρος τους.

Παρά το γεγονός ότι ο ρόλος του δικηγόρου του διαβόλου, που καθιερώθηκε επίσημα το 1587, καταργήθηκε από τη Ρωμαιοκαθόλικη Εκκλησία το 1983, ορισμένοι έλληνες συνήγοροι συνεχίζουν το έργο του επάξια και σήμερα.

Αναλαμβάνοντας να υπερασπιστούν τον κατηγορούμενο μιας υπόθεσης, πριν καλά – καλά πιάσουν στα χέρια τους τον φάκελο της δικογραφίας, σπεύδουν, με όποιον τρόπο, να αποδομήσουν την προσωπικότητα και να πλήξουν την αξιοπιστία όσων στρέφονται κατά του πελάτη τους. Έτσι, από συνήγοροι των κατηγορούμενων γίνονται κατήγοροι των μηνυτών και των μαρτύρων.

Κανείς δεν αμφισβητεί πως κάθε συνήγορος οφείλει, στα πλαίσια των καθηκόντων του, να διερευνήσει την αξιοπιστία όλων των μαρτύρων, και αν φυσικά εντοπίσει στοιχεία που πραγματικά θέτουν σε αμφιβολία το κύρος των ισχυρισμών τους, να τα θέσει υπόψιν των αρχών.

Όταν όμως ένας συνήγορος κατηγορούμενου για παιδεραστία κατά συρροή, επικαλούμενος δήθεν την «αρχή της ηθικής εκτιμήσεως των αποδείξεων» χαρακτηρίζει μηνυτές και μάρτυρες ως «επαγγελματίες /ακραίους ομοφυλόφιλους» , και ως «δήθεν αξιόπιστους μάρτυρες» επειδή «δεν κάνουν καμία δουλειά παρά να πηγαίνουν σε σπίτια ομοφυλοφίλων και να κάνουν έρωτα» τότε δύσκολα μπορεί κανείς να μη διαπιστώσει ότι ο συγκεκριμένος «συνηγόρος του διαβόλου» και οι πρακτικές του ελάχιστα συναντώνται με την ηθική και την αξιοπιστία.

Έτσι κι αλλιώς πάντως, η έννοια της ηθικής και της αξιοπιστίας αποκτά επικίνδυνα υποκειμενικές διαστάσεις.

Ο ίδιος συνήγορος για παράδειγμα αναρωτιέται: «Ο άνθρωπος που λέει «Εγώ συχνάζω σε αυτά τα μέρη που έρχονται και  ψαρεύουν ομοφυλόφιλοι και πάω στα σπίτια», έχει την ίδια αξιοπιστία με έναν ηθικό άνθρωπο, που ξυπνάει το πρωί να πάει στη δουλειά του; Που ζει απ’ τη δουλειά του, που έχει οικογένεια;»

Συμπέρασμα;

Βιασμό μπορούν να καταγγείλουν μόνο όσοι έχουν πρωινή δουλειά, γυναίκα και παιδιά.

Όποιος είναι ομοφυλόφιλος και συχνάζει σε μέρη όπου άλλοι ομοφυλοφίλοι αναζητούν σεξ, ό,τι και αν του συμβεί, δεν είναι αρκετά αξιόπιστος για να το καταγγείλει.

Πριν καν κριθεί από τις δικαστικές αρχές, αν ο κατηγορούμενος είναι ένοχος, έχει κριθεί ο καταγγέλων ως αναξιόπιστος.

Αν πάντως οι σύγχρονοι «δικηγόροι του διαβόλου» προσφέρουν μια υπηρεσία, είναι αυτή:

Μάς βοηθούν να αντιληφθούμε πόσο θάρρος και δύναμη χρειάζεται για να καταγγείλει κανείς ότι έχει υποστεί βιασμό, και πόσο μεγάλο είναι πολλές φορές το βουνό της αμφισβήτησης και του διασυρμού που αναγκάζεται να ανέβει.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο