Εκείνο το καλοκαίρι του 1970, λόγω της μετάθεσης του πατέρα μου, θα περνούσαμε ένα μέρος των διακοπών στην Κύπρο. Στον παιδικό μου κόσμο δεν θα μπορούσε να υπάρξει χειρότερη προοπτική. Δεν φτάνει που θα έμενα μακριά από τη Σύρο και τη γιαγιά μου, το πρόγραμμα περιλάμβανε και μια εβδομάδα σε ξενοδοχείο στις Πλάτρες, ένα ορεινό θέρετρο στο Τρόοδος. Αυτό στο οποίο αναφέρεται ο Σεφέρης με τον στίχο «Τ’ αηδόνια δεν σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες» στην «Ελένη». Εγώ όμως τότε δεν νογούσα ούτε από Σεφέρη ούτε από Ελένες και αδειανά πουκάμισα. Προσπαθούσα, απλώς, να συμφιλιωθώ με το αδιανόητο. Ακου καλοκαίρι σε βουνό.

Από την πρώτη ημέρα εκείνης της διαβολοβδομάδας, το μάτι μου τράβηξε μια γηραιά κυρία που έπλεκε στο σαλόνι του ξενοδοχείου. Νόμιζα ότι έμοιαζε στη συριανή γιαγιά μου. Μου τη θύμιζαν τα λουλακί μαλλιά, το εμπριμέ φόρεμα με τις φιούμπες, το κρεμαστό προγούλι που έφερνε το σαγόνι μια ευθεία με τη βάση του λαιμού. Δεν θυμάμαι αν την πλησίασα πρώτη εγώ ή αν εκείνη με πρωτοκοίταξε φιλικά. Πάντως σε λίγο βρεθήκαμε να μιλάμε. Τι να μιλάμε δηλαδή, η γηραιά κυρία ήταν Αγγλίδα κι εγώ μετά βίας είχα αρχίσει να σχηματίζω στοιχειώδεις προτάσεις στα αγγλικά. Συνεννοούμασταν όμως όπως συνεννοούνται τα παιδιά με τις «γιαγιάδες» ακόμη και αν δεν μιλούν την ίδια γλώσσα.

Δεν θυμάμαι, βέβαια, τι λέγαμε. Γελούσε όταν τραγουδούσα φάλτσα και τσάτρα πάτρα το «Old MacDonald has a farm», προσπαθούσε να με μάθει κι εκείνη κάτι τραγουδάκια, μια-δυο φορές είχαμε καθίσει μαζί στο μεσημεριανό – μια ευκαιρία να φάω μυαλά σαλάτα λαδολέμονο που παράγγελνε καθημερινά και η μαμά μου δεν με άφηνε να τρώω διότι η ίδια τα σιχαινόταν.

Το καλύτερό μου όμως ήταν ένα παιχνίδι με το κόκκινο κουβάρι του πλεξίματός της που κάπου έκρυβε και κάπως προσπαθούσα να βρω. Τέλος πάντων, η «αγγλίδα κυρία» που δεν μπορούσα να συγκρατήσω το όνομά της, ήταν η πιο ευχάριστη νότα εκείνη τη δύσκολη εβδομάδα μακριά από τη θάλασσα. Κάτι μου είχαν πει οι δικοί μου ότι κάποια ήταν αλλά δεν με ένοιαζε. Για μένα σημασία είχε ότι έμοιαζε στη γιαγιά μου.

Η «αγγλίδα κυρία» ήταν η Αγκαθα Κρίστι που στις 12 Ιανουαρίου συμπληρώθηκαν 45 χρόνια από τον θάνατό της. Λίγα χρόνια μετά από εκείνο το καλοκαίρι στις Πλάτρες την αναγνώρισα στη φωτογραφία του οπισθόφυλλου όταν, για πρώτη φορά, έπιασα στα χέρια μου βιβλίο της – τα κιτρινωπά των εκδόσεων «Λυχνάρι». Ακόμη αναρωτιέμαι αν θα ήταν καλύτερα να την είχα γνωρίσει αργότερα, να μπορούσα να την ρωτήσω για τον Πουαρό, τη Μις Μαρπλ, τα «μικρά φαιά κύτταρα», τα ταξίδια της στη Συρία με τον αρχαιολόγο σύζυγό της. Τελικά, δεν νομίζω. Η, έστω και τυχαία, απόσταση από τον μύθο κάποιων ανθρώπων μπορεί να αποδεικνύεται πιο συναρπαστική από τον ίδιο τον μύθο τους. Ειδικά όταν θυμίζουν κάποια γιαγιά.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο