Στη νεκρανάσταση των τηλεοπτικών ‘00s μάθαμε κι ετούτο: Κάποιος «πηγαίνει κάθε μέρα με μία για να αδειάσει το πακέτο του, αλλιώς έχει βιασμό κι οι γκόμενες θέλουν καυλί για να στρώσουν, οι χοντρές δεν είναι γυναίκες».

Ολα αυτά από το στόμα ενός παίκτη ονόματι Αλεξανδρίδης σε μία φιγούρα «αντρίλας» μπροστά σε συμπαίκτες του. Οι συμπαίκτες δεν αντέδρασαν και είναι πιθανό να μην αντιδρούσε ούτε η παραγωγή του τηλεοπτικού προγράμματος του ΣΚΑΪ, αν δε σηκωνόταν θύελλα στα κοινωνικά δίκτυα.

Ο Στέλιος Πέτσας ζήτησε να επέμβει το ΕΣΡ και ο Δημήτρης Τζανακόπουλος από την πλευρά της αντιπολίτευσης έγραψε πως δεν πρέπει να επιτρέψουμε να κυριαρχήσει η καφρίλα. Αλλά το θέμα με την ριάλιτυ τηλεόραση, ειδικά αυτήν του (επίτηδες) πολύ χαμηλού επιπέδου, είναι πως μας δίνει στο πιάτο μία ματιά στη μερίδα της κοινωνίας που μπορεί να αποτελεί μία πλειοψηφία την οποία δε συναναστρεφόμαστε. Ίσως αυτό ακριβώς να μας σοκάρει περισσότερο από όλα: Λέμε ότι ζούμε ανάμεσά τους, αλλά μπορεί στην πραγματικότητα να ζουν αυτοί ανάμεσά μας.

Κακή προϊστορία

Ο «Big Brother” έχει ένα πολύ κακό προηγούμενο διεθνώς. Υποψίες σχέσεων ή σεξουαλικών επαφών μεταξύ παικτών υπάρχουν σε πολλά ριάλιτυ (τα αγγλικά είναι μακράν τα πιο ωμά, όμως ο τηλεοπτικός κατάσκοπος της Ισπανίας έγινε επίκεντρο τεράστιας συζήτησης για προγράμματα τέτοιου είδους, όταν βιντεοσκόπησε βιασμό παίκτριας, αναίσθητης από το ποτό με μοναδική παρέμβαση της παραγωγής την στιγμή που λέει στον βιαστή να αποχωρήσει από το δωμάτιο. Η κοπέλα είδε τον βιασμό της, κυριολεκτικά είδε την στιγμή του βιασμού της μέσα από τις κάμερες κι έκτοτε ο «Μεγάλος Αδερφός» μπήκε σε μία άτυπη μαύρη λίστα ή, μάλλον, σε μία μαύρη λίστα μόνο ορισμένων.

Βεβαίως, και ζούμε στην εποχή της ριάλιτυ τηλεόρασης, με προγράμματα μαζικής αποδοχής, τα οποία είναι ως επί το πλείστον απολύτως ακίνδυνα, αλλά η απόφαση του ΣΚΑΪ να ανασύρει από τα σκουπίδια το «Μεγάλο Αδερφό» εκπυρσοκρότησε. Είχε προηγηθεί ακόμα ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα τέτοιου τύπου, τηλεοπτικό συνοικέσιο που λεγόταν «Power of love», με παίκτη να κάνει ρατσιστικές και φασιστικές δηλώσεις, αλλά αυτήν την φορά ο πήχης έπεσε υπό του μηδενός και ο τηλεοπτικός σταθμός ξεπέρασε κάθε τηλεοπτικό προηγούμενο, «χτυπώντας» ένα ρεκόρ διόλου κολακευτικό.

Η κουλτούρα του βιασμού

Βάζοντας σε μία σειρά τους όρους και τις έννοιες, το βασικό πράγμα ορίζει τον βιασμό, είναι το γεγονός ότι δεν πρόκειται γα σεξ. Δηλαδή, η μη συναινετική γενετήσια πράξη, είναι κακοποίηση, οπότε ο βιασμός δε σχετίζεται ούτε με τη σεξουαλική στέρηση, ούτε με την πρόκληση του θύτη από το θύμα. Είναι έγκλημα και επιλογή του δράστη. Εκτός κι αν θέλουμε να πιστεύουμε πως οι άντρες είναι πλάσματα με ζωώδη ένστικτα και περιορισμένη την έλλογη διαδικασία του εγκεφάλου, πράγμα το οποίο θα ήταν φρικτά υποτιμητικό να ισχυριστεί κάποιος. Οπότε οπωσδήποτε ο βιασμός είναι μία εγκληματική πράξη, από την οποία ο δράστης αντλεί ευχαρίστηση (όπως αντλεί και ένας κατά συρροή δολοφόνος).

Κατά την ανακοίνωση της αποχώρησης του παίκτη, ο «Μεγάλος Αδερφός» είπε απλώς ότι αυτά τα πράγματα δε λέγονται ούτε για πλάκα. Το θέμα, όμως, είναι ακριβώς αυτή η δήλωση. Είτε ο παίκτης δε γνώριζε τι σημαίνει βιασμός (πράγμα αμφίβολο), είτε θεωρούσε πως έχει το δικαίωμα να «αδειάζει το πακέτο του» ακόμα και χωρίς συναίνεση, είτε –που θεωρώ πιθανότερο- ήθελε να αποδείξει στους συμπαίκτες του με ωμότητα ότι είναι πάρα πολύ άντρας, το γεγονός παραμένει γεγονός: Στην απολογία του αναγνώρισε ότι μίλησε για μία βίαιη πράξη αφενός και οι συμπαίκτες του δεν αντέδρασαν, αφετέρου.

Κανονικά δε θα έπρεπε να μας κάνει καμία εντύπωση, με δεδομένο ότι είμαστε άνθρωποι που έχουμε κοινωνικές συναναστροφές. Το πόσο συχνά ακούγεται ο βιασμός ακόμα και στα πλαίσια ερωτικού παιχνιδιού, είναι τουλάχιστον σοκαριστικό. «Θα σε βιάσω», «στην φυλακή περνάνε καλά οι βιαστές»- ανακυκλώνοντας την κουλτούρα της βίας κλπ.

Στην Ελλάδα έχουμε, δυστυχώς, πολλές ιστορίες βιασμού να μας έχουν –βεβαίως, βεβαίως, ταρακουνήσει κατά καιρούς, με πιο πρόσφατη αυτήν της Ελένης Τοπαλούδη. Πριν αλλάξει ο ποινικός κώδικας, η δικαίωση ενός θύματος βιασμού ήταν σχεδόν ακατόρθωτη, αν δεν φορούσε καθωσπρέπει ρούχα, αν δεν ήταν νηφάλια ή αν δεν την είχε αρπάξει κάποιος άγνωστος σε ένα πάρκο.

Αλλά, όπως συμβαίνει πάντοτε στις κοινωνίες, οι θεσμικές νίκες τον τομέα των δικαιωμάτων δεν αλλάζουν αυτομάτως την κουλτούρα των ανθρώπων. Έκανα καλά ο ΣΚΑΪ που «απέβαλλε» τον παίκτη; Έκανε καλά, αλλά μόνο με δεδομένο ότι επέτρεψε να μεταδίδεται ένα τηλεοπτικό σκουπίδι με σκοπό να δημιουργήσει ίντριγκες πατώντας πάνω σε γερά δομημένα στερεότυπα.

Στο τέλος της ημέρας, πρόκειται για ένα ριάλιτυ που πιθανότατα θα αποδειχθεί χρυσωρυχείο. Καμία σημασία δεν έχει που αποβλήθηκε ο παίκτης. Είμαστε πανέτοιμοι να σοκαριστούμε ξανά από κάποια «αδιανόητη» δήλωση (ρατσιστική, σεξιστική, λούμπεν, όλα υπάγονται σε κάποιο μοτίβο κοινό). Το κακό ξεκινά εκεί που δίνεται το βήμα σε αυτούς, εκεί που βρίσκουν ακροατήριο να συμφωνεί μαζί τους, ή ακόμα και να απενεχοποιείται μέσα από τις δηλώσεις τους. Κι αυτή ακριβώς είναι η «κακή» τηλεόραση που ζητά τώρα ο κόσμος των κοινωνικών δικτύων και κάποιων ΜΜΕ να ακυρωθεί. Είναι μεγάλη ευθύνη να διαιωνίζεις σαθρά στερεότυπα, στο κάτω-κάτω.

Γράψτε το σχόλιό σας