Στην επιβλητική μορφή του Κ. Θ. Δημαρά συγκεντρώνονται τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά του ιστορικού που θα αναλάβει να αποκαταστήσει το σχήμα του Νέου Ελληνισμού.

Ας προσέξουμε όμως : η αυτονόητη ένταξη του Κ. Θ. Δημαρά στη «Γενιά του Τριάντα» είναι, ίσως, προβληματική για το θέμα που μας ενδιαφέρει. Αφενός μεν, ο ίδιος ο Δημαράς έχει αμφισβητήσει την ίδια την έννοια της «γενιάς», αφετέρου δε έχει φροντίσει να πάρει από νωρίς τις αποστάσεις του, σε σχέση με τα ενδιαφέροντα των υπόλοιπων συνηλικιωτών της γενιάς του. Ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος είναι ένα μείζον ιστορικό γεγονός, που θα υποχρεώσει πολλούς από τους λογοτέχνες αυτής της γενιάς να αναστοχαστούν την έννοια της παράδοσης. Για να μείνουμε μόνο στο κορυφαίο παράδειγμα, ας θυμηθούμε πως ο Γιώργος Σεφέρης, ακόλουθος της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης στη Μέση Ανατολή, ανακαλύπτει τον Μακρυγιάννη, αντιγράφει σε χειρόγραφα τις ωδές του Κάλβου, διερευνά τις δυνατότητες για μια νέα «πατριωτική ποίηση» και προσεγγίζει την ιστορική διάσταση της ποίησης του Καβάφη. Η συνάντηση της ιστορίας με τη λογοτεχνία είναι τώρα, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, επιβεβλημένη.

Σε ό,τι αφορά τον Κ. Θ. Δημαρά, πέρα από τη «μεγάλη» ιστορική συγκυρία, υπάρχει, ωστόσο, και μια ενδιαφέρουσα βιογραφική λεπτομέρεια. Η προσωπική του συνάντηση με την ιστορία είναι προϊόν μιας «μεταστροφής» : μέσα στη διάρκεια του πολέμου, ο χριστιανός φοιτητής θα μετατοπίσει τα ενδιαφέροντά του από τα κλασικά γράμματα και την αρχαιοελληνική φιλοσοφία στην ιστορία του Νέου Ελληνισμού. Η νηφάλια θρησκευτική αδιαφορία του θα τον οδηγήσει, όπως είναι φυσικό, στον Κοραή, και από εκεί στην περαιτέρω διερεύνηση του αιώνα των Φώτων.

Βρισκόμαστε ήδη στην καρδιά της Κατοχής και η παράξενη «ελευθερία της σκλαβιάς» εκδηλώνεται μέσα από τα πιο απρόσμενα φανερώματα. Μέσα σε αυτά τα χρόνια, σε κάποιες προφορικές παραδόσεις, ο Δημαράς πρέπει να χρησιμοποίησε, για πρώτη φορά, το σχήμα του «Νεοελληνικού Διαφωτισμού».

Λίγο αργότερα εκδίδει τη μεγάλη σύνθεση της Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Από τις πρώτες ρίζες ως τις μέρες μας (Ίκαρος, Αθήνα, 1949).

Μπροστά στο εξειδικευμένο αίτημα για μια ιστορία της λογοτεχνίας, απαντά με τη μέγιστη γραμματολογική ευρυχωρία : προκειμένου ο ιστορικός να μιλήσει για τις «τροπές του νου», θα παρακολουθήσει τα πνευματικά φαινόμενα σε όλη τους την πολλαπλότητα και την ποικιλία, από την επιστήμη ως τη λογοτεχνία, από τη λόγια ως τη λαϊκή κουλτούρα, από τη γλώσσα ως την πολιτική.

Στόχος του είναι να κατανοήσει ιστορικά τον Νέο Ελληνισμό, μέσα από την ενότητα των πολιτισμικών του εκδηλώσεων, και να συγκροτήσει ένα εξηγητικό σχήμα, με «πολλαπλά αίτια» και μια μέθοδο «υποταγμένη στα πράγματα και όχι προκαθορισμένη».

«Ιστορία λοιπόν των ελληνικών γραμμάτων», σημειώνει στην εισαγωγή, «ιστορία της παιδείας θα είταν όροι περίπου επάλληλοι με την ιστορία της λογοτεχνίας, όπως παρουσιάζεται εδώ».

[…] Στην πραγματικότητα, το έργο του μετακινείται διαρκώς, και κάποτε αδιόρατα, από την αισθητική και τη λογοτεχνία στην ιστορία των συνειδήσεων και των νοοτροπιών.

Δεν τον ενδιαφέρουν τόσο οι αισθητικές αποτιμήσεις όσο ο ιστορικός προβληματισμός του για τις τύχες του Νέου Ελληνισμού, τον οποίον προσπαθεί να καταλάβει ως ολότητα.

[…] Το έργο του Δημαρά είναι θεμελιώδες στην ιστορία της Νέας Ελληνικής Γραμματείας.

Δεν είναι μόνο η επιστημονική αυστηρότητα στις ιστοριογραφικές πρακτικές που το κάνει να ξεχωρίζει· είναι και η συστηματική εργασία εξυγίανσης ενός πεδίου που έπασχε από την εθνωφελή ρητορεία, τον ερασιτεχνισμό, τον αισθητισμό, και την αποσπασματική ερμηνεία.

Παρ’ όλο που στο συνολικό σχήμα του Κ. Θ. Δημαρά ο Νέος Ελληνισμός αντιμετωπίζεται σαν ένα πολιτισμικό φαινόμενο που αναιρεί τα ανανεωτικά και καινοτόμα χαρακτηριστικά του για να τα συγχωνεύσει μέσα από «τελεσφόρους συγκερασμούς», τα ιστορικά ερωτήματα που πολιορκούν το διανοητικό αυτό σχήμα είναι αρκετά παραγωγικά: το μόρφωμα του Νέου Ελληνισμού εκλαμβάνεται σαν ένα δυναμικό φαινόμενο, και σαν μια δυναμική αναμέτρηση ανάμεσα στις δυνάμεις της ανανέωσης και στις παραδοσιακές αδράνειες.

Στον καιρό του, το έργο του δεν ήταν μια ακόμη «ιστορία της λογοτεχνίας».

Ήταν ένα αιρετικό έργο, που η μυωπική θεσμική επιστήμη έκανε τα πάντα για να το αποσιωπήσει.

Το σίγουρο είναι πάντως πως η Ιστορία του Δημαρά αποτέλεσε ένα γόνιμο έδαφος για όλες τις μεταγενέστερες απόπειρες συγγραφής ανάλογων έργων.

*Πηγή πληροφοριών: greek-language.gr (Γιάννης Παπαθεοδώρου, Μια περιδιάβαση στο χώρο της Γραμματολογίας και της Ιστοριογραφίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, 19ος -20ός αιώνας)

Ο βίος του Κ. Θ. Δημαρά

Ο Κωνσταντίνος Θησέως Δημαράς, ευρέως γνωστός ως Κ. Θ. Δημαράς, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 1904 και απεβίωσε στο Παρίσι στις 18 Φεβρουαρίου 1992.

Kριτικός και ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ο Δημαράς υπήρξε ο πρώτος και σημαντικότερος μελετητής του νεοελληνικού διαφωτισμού.

Ξεκίνησε τις σπουδές του στην Ιατρική, αλλά ύστερα ενεγράφη στη Φιλοσοφική Αθηνών και πήρε τελικά πτυχίο από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, το οποίο και τον αναγόρευσε διδάκτορα Φιλολογίας.

Τα επιστημονικά του δημοσιεύματα άρχισαν από το 1926. Συνεργάστηκε με σημαντικά περιοδικά και εφημερίδες (όπως Eλληνικά Γράμματα και Πρωία, αλλά κυρίως Tο Bήμα και Nέα Eστία).

Το έργο ζωής του Δημαρά είναι η Ιστορία της Nεοελληνικής Λογοτεχνίας (πρώτη έκδοση 1948), όπου συνέθεσε γνωστά και άγνωστα στοιχεία, προκειμένου να καταγράψει την πορεία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, να την ερμηνεύσει και να την εντάξει σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Ο Δημαράς διετέλεσε, μεταξύ άλλων, γενικός διευθυντής του Iδρύματος Kρατικών Yποτροφιών από συστάσεώς του, το 1951, καθώς και διευθύνων σύμβουλος του Eθνικού (τότε Bασιλικού) Iδρύματος Eρευνών, επίσης από συστάσεώς του, το 1961.

Οι Απριλιανοί τον απομάκρυναν και από τις δύο αυτές θέσεις το 1970.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ο Δημαράς αποδέχτηκε πρόσκληση του Πανεπιστημίου της Σορβόνης για να διδάξει στην έδρα της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας και να διευθύνει το Νεοελληνικό Ινστιτούτο.

Τις θέσεις αυτές διατήρησε έως το 1978, όταν αποσύρθηκε από την ενεργό υπηρεσία.

Το ερευνητικό και συγγραφικό έργο του

Αρχικά το ερευνητικό έργο του Κ. Θ. Δημαρά στράφηκε σε ζητήματα αρχαίας ελληνικής και ευρωπαϊκής φιλοσοφίας.

Μετά το 1925 τα ενδιαφέροντά του μετατοπίστηκαν προς τη λογοτεχνική κριτική και την ερμηνευτική των αισθητικών φαινομένων.

Από την ενασχόλησή του με την ποίηση, προπάντων του Παλαμά και του Καβάφη, προέκυψαν αξιόλογα κριτικά δοκίμια.

Η σφαιρική θεώρηση της νεοελληνικής παιδείας, που τον ώθησε στη μελέτη του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, του Ρομαντισμού και της ιστορίας της λογοτεχνίας στο σύνολό της, άρχισε να τον απασχολεί προς τα τέλη της δεκαετίας του 1930.

Ιδιαίτερη σημασία έδινε πλέον στα τεκμήρια, στα αρχεία και στις πρωτογενείς πηγές, μια μεθοδολογική αρχή που σχετίζεται άμεσα με την εκτίμησή του για τις θετικές επιστήμες.

Στην Κατοχή, την κυρίως περίοδο κατά την οποία έδωσε τελειωτικό σχήμα στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, αλλά και δημιούργησε τις ερευνητικές απαρχές των περισσότερων ιστοριογραφικών του μελετών, ο Δημαράς χρησιμοποίησε ως βασικό άξονα τη σύγκριση των ιστορικών, κοινωνικών, γραμματολογικών και αισθητικών φαινομένων μιας περιόδου.

Η πρώτη δίτομη έκδοση της Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας αποτέλεσε σταθμό για τα γράμματα του 20ού αιώνα.

Είναι η πρώτη συστηματική παρουσίαση, συγκριτική συνεξέταση, ερμηνευτική και αξιολογική προσέγγιση της ελληνικής γραμματείας από τη Μεταβυζαντινή Εποχή έως το τέλος του Μεσοπολέμου.

Ο Δημαράς κατάφερε να δημιουργήσει μια πολυπρισματική ερμηνευτική μέθοδο προσέγγισης, γραμμένη σε μια γλώσσα αφηγηματική, εύληπτη και γοητευτική.

Γράψτε το σχόλιό σας