«Η σημασία να είσαι σοβαρός» (1895) του Οσκαρ Ουάιλντ, με χλευαστικό υπότιτλο «Μια ασήμαντη (τετριμμένη) κωμωδία για σοβαρούς ανθρώπους», ήταν ένα εκκωφαντικό ράπισμα στην υποκρισία της βικτωριανής κοινωνίας – ένα ράπισμα που η βικτωριανή κοινωνία θα του ανταπέδιδε ασυγκρίτως πιο εκκωφαντικά. Αποκλείεται ο ίδιος ο Ουάιλντ, στο ζενίθ τότε της καριέρας του, να φανταζόταν ότι πέντε χρόνια αργότερα – σε ηλικία μόλις 46 χρονών – θα πέθαινε λησμονημένος και πάμφτωχος στο Παρίσι. Η υψηλή κοινωνία, που κορόιδευε τόσο ανελέητα στην κωμωδία του, όχι μόνο θα του γύριζε την πλάτη, αλλά θα τον έστελνε και δύο χρόνια φυλακή για «αρσενοκοιτία», εξοστρακίζοντάς τον διά παντός από τις κοσμικές του συναναστροφές, τη δεξαμενή για τα δημιουργήματά του. Ο Ουάιλντ έμαθε στο πετσί του πως το να παριστάνεις κάτι άλλο από αυτό που είσαι – το μεδούλι στο θεατρικό του έργο – δεν είναι απλώς τρόπος συμπεριφοράς μέσα σε μια κοινότητα διπρόσωπων· πρωτίστως είναι οδηγός επιβίωσης.

Η σημασία να είσαι σοβαρός (earnest, που ταυτόχρονα σημαίνει ευσυνείδητος, αξιόπιστος) είναι ένα παρακλάδι από το ταυτολογικό λογοπαίγνιο «η σημασία να είσαι σημαντικός» – τουτέστιν, η σημασία να… έχεις σημασία. Προτού γίνουν της μόδας τα βιβλία Αυτοβελτίωσης (τα βιβλία που δεν προσπαθούν μόνο να σου υποδείξουν πώς θα γίνεις σημαντικός, αλλά και πώς θα ανακαλύψεις πόσο σημαντικός είσαι ήδη, χωρίς να το έχεις πάρει χαμπάρι), μια σειρά από λογοτεχνικά, θεατρικά και κινηματογραφικά έργα – υπό την εύγλωττη επωνυμία «έργα φυγής» – μας φανέρωναν τις δυνάμεις που κρύβουμε μέσα μας, τη γοητεία που διατηρούμε εν υπνώσει και πώς μπορούμε ανά πάσα στιγμή να την αφυπνίσουμε. Τα έργα αυτά, διόλου τυχαία, είχαν συνήθως ως πρωταγωνίστρια κάποια νοικοκυρά που αποφάσιζε να τα «βροντήξει όλα κάτω» και να ακολουθήσει τη «φωνή της καρδιάς» της.

Χαρακτηριστική περίπτωση, η Σίρλεϊ Βάλενταϊν. Ο ομότιτλος θεατρικός μονόλογος του Γουίλι Ράσελ ανέβηκε στη σκηνή το 1986, διασκευάστηκε από τον ίδιο για τη μεγάλη οθόνη το 1989 και γνώρισε παγκόσμια επιτυχία, τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο. Εδώ τον ερμήνευσε πρώτη φορά η Αλίκη Βουγιουκλάκη, αν κι εμφανώς σε κόντρα ρόλο, αφού το fit παρουσιαστικό της και η λάμψη της σταρ σε εμπόδιζαν να τη φανταστείς ως παραιτημένη «ασήμαντη» νοικοκυρά. Σίγουρα πιο ταιριαστή ήταν η Βρετανίδα Πολίν Κόλινς που έπαιξε την κεντρική ηρωίδα στην ταινία. Σύμφωνα με το «στόρι», η μεσήλικη κι ελαφρώς πλαδαρή Σίρλεϊ δραπετεύει από τον βαλτωμένο γάμο της και τα οικιακά της καθήκοντα στο Λίβερπουλ κι έρχεται να «βρει τον εαυτό της» σ’ ένα ελληνικό νησί. Τον βρίσκει στο πρόσωπο ενός ψιλοαπατεώνα έλληνα ταβερνιάρη που «πουλάει» σε όλες τις τουρίστριες το ίδιο ρομαντικό παραμύθι, οδηγώντας τες αργά ή γρήγορα στο κρεβάτι του. Παρότι η Σίρλεϊ μαθαίνει την αλήθεια, αποδέχεται την απάτη του ταβερνιάρη, όχι από μεγαλοψυχία, ούτε επειδή θέλει να συνεχίσει τη σχέση μαζί του, αλλά επειδή επιθυμεί να παραμείνει στο «νησί των ονείρων» της κι επ’ ουδενί να επιστρέψει στο μουντό Λίβερπουλ και στον άχαρο ρόλο της «βασίλισσας του νεροχύτη». Ο σύζυγός της, ύστερα από πολλές αποτυχημένες απόπειρες να την πείσει να επιστρέψει, θα αφιχθεί στην Ελλάδα για να «σώσει τον γάμο» τους. Το τέλος παραμένει ανοιχτό, μολονότι ξεκαθαρίζεται ότι η Σίρλεϊ Βάλενταϊν είναι πλέον αποφασισμένη να παίξει το παιχνίδι με τους «δικούς» της «όρους».

Από πολλές πλευρές, η πλοκή της «Σίρλεϊ Βάλενταϊν» είναι αρχετυπική και στάθηκε ως μοντέλο για μια σειρά αφηγημάτων ροζ λογοτεχνίας, που απομακρύνθηκε από το παραδοσιακό πρότυπο του Αρλεκιν και βαφτίστηκε μεταφεμινιστική (πιο γνωστός επίγονος της «Βάλενταϊν» είναι η «Μπρίτζετ Τζόουνς», τα «Ημερολόγια» της οποίας επινόησε η συγγραφέας Ελεν Φίλντινγκ και την ερμήνευσε με μπρίο στο σινεμά η Ρενέ Ζελβέγκερ). Τολμώ να πω ότι ο χαρακτηρισμός «μεταφεμινιστική» είναι μάλλον καταχρηστικός γι’ αυτό το είδος της λογοτεχνίας, επειδή όχι μονάχα έχει εξαιρετικά χαλαρή σχέση με τον φεμινισμό, αλλά βρίσκεται και στον αντίποδά του: οι ηρωίδες των «μεταφεμινιστικών» αφηγημάτων δεν θέλουν να απελευθερωθούν από τη δεσποτεία των αρσενικών, μα απλώς να βελτιώσουν τους όρους υποταγής (τηρουμένων των αναλογιών, θα λέγαμε ότι τα «φεμινιστικά» με τα «μεταφεμινιστικά» αφηγήματα έχουν τόση σχέση όση και οι «Μαύροι Πάνθηρες» με την «Καλύβα του μπαρμπα-Θωμά»). Ωστόσο, ακριβώς λόγω αυτού του «ήπιου» φεμινιστικού προφίλ των εν λόγω αφηγημάτων και σε αντίθεση με τον επιθετικό / απωθητικό «ριζοσπαστισμό» των περασμένων δεκαετιών, εκατομμύρια «ασήμαντες» γυναίκες σε όλη την υφήλιο ταυτίστηκαν με τις κεντρικές ηρωίδες, ιδίως στις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις (η περίφημη «μέθεξη» του αναγνώστη με τον αφηγητή), κι ένιωσαν από τη μια στιγμή στην άλλη «σημαντικές»: έκαναν τις μικρές τους εξεγέρσεις κι απέσπασαν τον σεβασμό από το έτερον ήμισυ, όμορφα και νοικοκυρεμένα, χωρίς ν’ ανοίξει (συζυγική) μύτη.

Εάν το καλοεξετάσεις, η ταυτολογική «σημασία να είσαι σημαντικός» βρίσκεται στο μεδούλι κάθε θρησκευτικής επαγγελίας: κάθε άνθρωπος είναι «σημαντικός» και, εάν δεν αναγνωριστεί η «σημασία» του σε αυτή τη ζωή, θα αναγνωριστεί σίγουρα στην επόμενη (εδώ εντοπίζουμε και το συγκριτικό πλεονέκτημα των βιβλίων Αυτοβελτίωσης έναντι των Ιερών Κειμένων: με τα πρώτα, δεν χρειάζεται να… περιμένεις τη μεταθανάτια δεύτερη ευκαιρία). Η «σημασία να είσαι σημαντικός» διατυμπανίζεται και σε όλα τα δημοκρατικά συντάγματα, τουλάχιστον στους νεωτερικούς χρόνους: όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται εξίσου «σημαντικοί» – εξού και το καθολικό δικαίωμα ψήφου μόλις ενηλικιωθούν. Η ρημάδα η πραγματικότητα, όμως, περί άλλα τυρβάζει: σε κάθε μας βήμα, σε κάθε μας αναπνοή, διαπιστώνουμε – για να παραφράσουμε και τον Τζορτζ Οργουελ στη «Φάρμα των ζώων» – πως όλοι είναι «σημαντικοί», αλλά μερικοί είναι πιο «σημαντικοί» από τους άλλους. Για να πούμε τη μαύρη αλήθεια, η συντριπτική πλειοψηφία της ανθρωπότητας, είτε ψηφίζει είτε δεν ψηφίζει, δεν αισθάνεται καθόλου, μα καθόλου «σημαντική». Απεναντίας: αισθάνεται ότι την ποδοπατούν και την ξεζουμίζουν.

Ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν για την παράνοια. Εάν γεννιέσαι «σημαντικός» αλλά ζεις ως «ασήμαντος», είναι επειδή κάποιοι αετονύχηδες κλέβουν τη «σημασία» σου. Κάποιοι έχουν ως μοναδικό σκοπό να σου αποκρύψουν το πόσο «σημαντικός» είσαι. Μπορεί κάθε τέσσερα χρόνια – ή και νωρίτερα – να ζητούν την ψήφο σου, αλλά μονάχα για να σου ρίξουν στάχτη στα μάτια, για να σε εξευμενίσουν με μια (ανώδυνη για τους ίδιους) προσχηματική ιεροτελεστία δικής σου «ελεύθερης βούλησης» και να επιστρέψεις στο «ασήμαντο» μαντρί σου. Την επόμενη φορά, λοιπόν, που θα σου πουν ότι είσαι πολύ «ασήμαντος» για να σε παρακολουθήσουν – χα, χα -, να ξέρεις: αυτό θέλουν να πιστεύεις ότι πιστεύουν.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο