Για μια φορά, η εφημερίδα της σκληρής Δεξιάς δεν κεραυνοβόλησε τον Πρωθυπουργό για την υποχωρητική του στάση, αλλά αναπαρήγαγε με γιγαντότιτλο τη δήλωσή του στην προχθεσινή τηλεδιάσκεψη των ευρωπαίων ηγετών πως δεν γίνεται να έχει η ΕΕ δύο μέτρα και δύο σταθμά για Λευκορωσία και Τουρκία. Κι αν η ευκαιριακή αυτή σύγκλιση αποτελεί εσωτερικό θέμα του συγκεκριμένου ιδεολογικού στρατοπέδου, η ίδια η δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει ενδιαφέρον. Μπορεί πράγματι να γίνει σύγκριση ανάμεσα στον Ερντογάν και τον Λουκασένκο;

Οι δύο ηγέτες είναι γεννημένοι την ίδια χρονιά: το 1954. Και οι δύο έχουν «παντρευτεί» την εξουσία: δεκαεπτά χρόνια ο πρώτος (αρχικά ως πρωθυπουργός και μετά ως πρόεδρος), είκοσι έξι ο δεύτερος (ως «πατέρας» του λευκορωσικού έθνους). Και οι δύο κυβερνούν (από ένα σημείο και μετά τουλάχιστον) με ακραίο αυταρχισμό, περιφρονώντας το κράτος δικαίου, καταπατώντας τις ελευθερίες, ελέγχοντας τα μέσα ενημέρωσης και φυλακίζοντας κάθε διαφωνούντα. Κάπου εδώ όμως οι αναλογίες τελειώνουν.

Οταν η εκλογική επιτροπή της Τουρκίας διέταξε τον Μάρτιο του 2019 την επανάληψη των δημοτικών εκλογών στην Κωνσταντινούπολη, όπου είχε νικήσει με μικρή διαφορά ο υποψήφιος της αντιπολίτευσης, όλοι είδαν «δάκτυλο» Ερντογάν. Και οι περισσότεροι θεωρούσαν σίγουρο ότι στις επαναληπτικές εκλογές θα επικρατούσε ο εκλεκτός του προέδρου. Δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Η κοινωνία των πολιτών κινητοποιήθηκε, η δημοκρατία λειτούργησε και τον Ιούνιο ο Εκρέμ Ιμάμογλου κέρδισε θριαμβευτικά τον δήμο.

Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει ποτέ στη Λευκορωσία του Λουκασένκο, όπου η εκλογική νοθεία αποτελεί μέρος της διακυβέρνησης της χώρας. Και αν δεν είχε ξεσηκωθεί αυτή τη φορά ο πληθυσμός, η Ευρώπη θα είχε αποδεχθεί για άλλη μια φορά αυτή την ιδιότυπη «κανονικότητα». Μπροστά στη λαϊκή αντίδραση όμως, και τη βίαιη καταστολή της από το καθεστώς, ήταν υποχρεωμένη να πάρει θέση. Προσεκτικά, για να μη δώσει την εντύπωση ότι αναμειγνύεται στις εσωτερικές υποθέσεις ενός κυρίαρχου κράτους. Αμήχανα, για να μην προσφέρει στον Πούτιν το πρόσχημα για να επέμβει στρατιωτικά. Αλλά δεν μπορούσε να σφυρίζει αδιάφορα.

Οχι πως κάνει κάτι τέτοιο απέναντι στην Τουρκία του Ερντογάν. Αντιθέτως, του έχει καταστήσει σαφές ότι η περιφρόνησή του για τις δυτικές αξίες αποκλείει τη χώρα του από την ευρωπαϊκή οικογένεια. Από εκεί και πέρα, υπάρχουν διαφωνίες για το πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί μια χώρα τόσο μεγάλης στρατηγικής σημασίας: με φωνές, όπως κάνει ο Μακρόν, ή με αθόρυβη διπλωματία, όπως θέλει η Μέρκελ.

Ο έλληνας Πρωθυπουργός διαμαρτύρεται ότι η προσέγγιση της ΕΕ σε ό,τι αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου είναι άλλη για την Αγκυρα κι άλλη για το Μινσκ. Θέλει την επιβολή κυρώσεων και στην Τουρκία. Στην περίπτωση αυτή, όμως, δεν θα έπρεπε να ζητήσει το ίδιο και για ένα ακόμη πιο σκληρό καθεστώς, την Αίγυπτο του φίλου μας του Σίσι;

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο