Μέρκελ ή Μακρόν; Στην αντιμετώπιση των συγκρουσιακών προβλημάτων της Ανατολικής Μεσογείου και ειδικότερα των ελληνοτουρκικών σχέσεων υπάρχουν εμφανώς δύο διαφορετικές προσεγγίσεις στην Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ). Από τη μια μεριά, η προσέγγιση της Γαλλίας όπως εκφράζεται σε κάθε δυνατή ευκαιρία και με εξόχως κραυγαλέο τρόπο (ακόμη και στην ελληνική γλώσσα) από τον πρόεδρο Ε. Μακρόν.

Η προσέγγιση αυτή έχει ένα μάλλον τιμωρητικό χαρακτήρα προς την Τουρκία για όσα προκλητικά πράττει τόσο στο πεδίο των ελληνοτουρκικών σχέσεων και Κύπρου όσο και στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου (Λιβύη) και Μ. Ανατολής (Συρία). Το Παρίσι θεωρεί παραδοσιακά την περιοχή της Μεσογείου/ Μ. Ανατολής ως περίπου «σφαίρα επιρροής» της Γαλλίας (θυμηθείτε την Ενωση για τη Μεσόγειο του Ν. Σαρκοζί – 2008) και ως εκ τούτου δεν μπορεί εύκολα να ανεχθεί οι εν λόγω περιοχές να περιέλθουν σε επιρροή άλλων δυνάμεων, πολύ περισσότερο της Τουρκίας. Ο Ε. Μακρόν ορθώς επισημαίνει ότι «θα ήταν σφάλμα για την ΕΕ να αφήσει την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου στα χέρια άλλων παικτών, ιδίως της Τουρκίας».

Η Ευρώπη/ Ενωση ως συλλογική οντότητα είναι όντως απούσα από την Ανατολική Μεσόγειο και αυτό δημιουργεί ένα «ευρωπαϊκό κενό» στην ασφάλεια της περιοχής. Κενό που πρέπει να καλυφθεί ταχύτατα. Αλλά ο Μακρόν φαίνεται να πιστεύει ότι μπορεί να καλυφθεί (και μέσω αυτού να αποκατασταθεί και η επιρροή της Γαλλίας) με την τιμωρία της Τουρκίας μέσω επιβολής κυρώσεων και τον σχεδόν αποκλεισμό της από την Ανατολική Μεσόγειο! Είναι προσέγγιση που ικανοποιεί πολλά ελληνικά αφτιά αλλά δεν έχει και πάρα πολύ μεγάλη απήχηση στην Ευρώπη.

Αντίθετα η Γερμανία και προσωπικά η Α. Μέρκελ έχουν μια σαφώς διαφορετική προσέγγιση που συνοψίζεται στη λέξη «engagement» – σύμπραξη με την Τουρκία. Με άλλα λόγια, ενώ αναγνωρίζει το «πρόβλημα Τουρκία» τόσο στην εσωτερική πολιτική του διάσταση (αυταρχισμός, παραβίαση κράτους δικαίου κ.λπ.) όσο και στην εξωτερική του πτυχή (παραβατικότητα, προσπάθεια Ερντογάν να κυριαρχήσει στην περιοχή κ.λπ.), εκτιμά ότι μόνο εάν η Τουρκία πεισθεί ή αναγκασθεί να συμπράξει με την Ευρώπη θα υπάρξει βελτίωση της συμπεριφοράς της τουλάχιστον στο εξωτερικό μέτωπο.

Η προσέγγιση αυτή συνάδει με την αναγνώριση ότι η Ευρώπη έχει για πολλούς λόγους ανάγκη την Τουρκία (Μεταναστευτικό κ.λπ.) και ως εκ τούτου δεν έχει την πολυτέλεια να την απομονώσει μέσω κυρώσεων που σπανίως άλλωστε αποδίδουν τα προσδοκώμενα. Και καθώς και η Τουρκία έχει ειδικά αυτή την περίοδο, που η λίρα και η οικονομία της βυθίζονται, ανάγκη την Ευρώπη, η Μέρκελ εκτιμά ότι υπάρχει ένα ισχυρό παράθυρο ευκαιρίας για κάποια «κανονικοποίηση» των ευρωτουρκικών σχέσεων με πρώτο βήμα την εκτόνωση της έντασης στα ελληνοτουρκικά.

Γι’ αυτό δεν είδε και με ιδιαίτερα καλό μάτι το timing της υπογραφής της συμφωνίας Ελλάδας – Αιγύπτου που ως φαίνεται ακύρωσε επί του παρόντος την προοπτική του διερευνητικού διαλόγου μεταξύ των δύο χωρών.

Για την Ελλάδα, όσο ευπρόσδεκτη κι αν είναι η φρασεολογία Μακρόν, θα πρέπει να είναι σαφές ότι το Παρίσι δεν έχει αυτή την περίοδο απολύτως καμιά επιρροή στην Αγκυρα. Ο Ε. Μακρόν δεν μπορεί να μιλήσει με τον Ερντογάν. Εάν μιλήσει ή θα τσακωθούνε ή θα είναι ένας διάλογος κουφών. Η Α. Μέρκελ μπορεί. Και να τον επηρεάσει. Και η Αθήνα αυτό που χρειάζεται είναι διαύλους επικοινωνίας με την άλλη πλευρά. Οπως χρειάζεται επίσης τη σύμπραξη της Τουρκίας με την Ευρώπη. Αρα καλά τα λόγια Μακρόν αλλά μάλλον καλύτερες οι μετρημένες κινήσεις Μέρκελ.

Πάντως η Ελλάδα δεν θα πρέπει να βρεθεί σ’ έναν οιονεί ανταγωνισμό προσεγγίσεων ανάμεσα σε Γαλλία – Γερμανία για Τουρκία/ Ανατολική Μεσόγειο.

Ο Π.Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην πρεσβευτής – σύμβουλος του ΥΠΕΞ.

Γράψτε το σχόλιό σας