Επαναφέρω στη μνήμη (διότι το έχω καταγράψει εδώ πριν από 20 χρόνια) ένα γεγονός που έκτοτε, τουλάχιστον για τον γράφοντα, αποδείχθηκε αξία «εντολής». Ηταν κάπου στο καλοκαίρι του 1960, απόφοιτος τότε του Ωδείου Αθηνών στην τάξη της υποκριτικής, με δασκάλους τον Ροντήρη και τον ιστορικό του θεάτρου Γιάννη Σιδέρη. Ο Ροντήρης ήταν μερακλής μεζεκλής, όπως έλεγε κι η γιαγιά μου, γι΄ αυτό κατά κανόνα, τα μεσημέρια που δεν πήγαινε σπίτι στη Γλυφάδα, τσιμπούσε μεζεδάκια στο αξέχαστο και ανεπανάληπτο ουζάδικο του «Απότσου», στην οδό Σταδίου, απέναντι από το Μετοχικό Ταμείο Ενόπλων Δυνάμεων, εκεί που σήμερα είναι η Αμερικάνικη Αγορά. Ποτέ δεν έτρωγε μόνος, συνήθως συντροφιά του ήταν ο μεγάλος σκηνογράφος Κλώνης και ο μέγας ενδυματολόγος Φωκάς, μόνιμοι για δεκαετίες συνεργάτες του. Συχνά ο δάσκαλος με έπαιρνε μαζί του για να μου δώσει εντολές και έτσι συμπλήρωνα κι εγώ το καρέ της ουζοποσίας.

Οταν ανέβηκε στο Ηρώδειο η διαβόητη παράσταση των «Ορνίθων» του Κουν, που ανάγκασε την κυβέρνηση και τον υπουργό τότε Κωνσταντίνο Τσάτσο (όχι μόνον φίλο του Κουν, αλλά και μέλος ενός «Συλλόγου Φίλων του Θεάτρου Τέχνης», με άλλα μέλη τον Τερζάκη, τον Θεοτοκά, τον Καραγάτση, τον Αλκη Θρύλο και τον Αιμίλιο Χουρμούζιο – γιατί πρέπει κάποτε να ειπωθούν τα πράγματα μακριά από κάποιους πολιτιστικούς «μύθους») να σταματήσει την παράσταση, λόγω ανέτοιμης προετοιμασίας (ο Χατζιδάκις είχε παραδώσει τη μουσική του την παραμονή της πρεμιέρας και τα σκηνικά του Τσαρούχη έπεσαν κατά τη διάρκεια της παράστασης από τον αέρα). Εξάλλου, όταν ο Κουν, ύστερα από δύο χρόνια, επανέφερε την παράσταση, αντικατέστησε τις χορογραφίες της Ραλλούς Μάνου με αυτές της Ζουζούς Νικολούδη που δοξάστηκαν διεθνώς.

Την επομένη του «σκανδάλου» των «Ορνίθων», κι ενώ τσιμπούσαμε στου «Απότσου», πέρασε απέξω, κρατώντας ένα δίχτυ με ψώνια, ο μέγας αγιογράφος και έξοχος πεζογράφος Φώτης Κόντογλου που είχε δει την παράσταση. Eξάλλου, ήταν και παλιός, έξοχος σκηνογράφος και του Φώτου Πολίτη και των πρώτων παραστάσεων του Κουν. Η παρέα τον φώναξε στο τραπέζι και, ως συνήθως, τον πείραζαν όλοι, γιατί είχε μια εμμονή, σχεδόν δογματική, με την τέχνη της Ανατολής και τη Βυζαντινή, αλλά και με τη λαϊκή πεζογραφία τύπου Μακρυγιάννη. Ετσι κι εκείνη την ημέρα, έξαλλος, όπως ήταν, με το «φιάσκο» των «Ορνίθων», ο Κλώνης για να τον τσιγκλίσει του είπε: «Βρε Φώτη, έχεις κι εσύ τις εμμονές σου. Ξέρεις ότι ο μεγάλος ρώσος συνθέτης Ρίμσκι – Κόρσακωφ είχε γράψει ένα έξοχο συμφωνικό ποίημα για ορχήστρα 80 οργάνων πάνω στη μελωδία του πρώτου ελληνικού τραγουδιού ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΙ ΑΠΟ ΤΗ ΧΙΟ»; Και ο εξαίρετος και, έως αγιότητος, απλοϊκός, ιδιοφυής Κόντογλου είπε με μια λαϊκή πονηριά, αλλά σοβαροφανής: «Τι λες, βρε αδελφέ, έκανε το καΐκι υπερωκεάνειο;»!!!

Αν ξαναθυμήθηκα αυτό το έξοχο αισθητικό μάθημα είναι, γιατί, όπως κάθε καλοκαίρι στο εξοχικό κατάλυμά μου, ακούω πολύ ραδιόφωνο, πράγμα που δεν μπορώ να κάνω τον χειμώνα με μαθήματα και άλλες δραστηριότητες. Και τα πρωινά απολαμβάνω τον καφέ μου στον μικρό μου κήπο και ακούω τραγούδια. 90% αγγλικά και 10% ελληνικά, αλλά τι ελληνικά! Εχω φέτος το καλοκαίρι 40 μέρες ν΄ ακούσω Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, Μαρκόπουλο, Ξαρχάκο, Λεοντή, Λοΐζο, Σπανό, Μαμαγκάκη, Πλέσσα και άλλους. Υπάρχουν, ευτυχώς, μερικοί παραγωγοί που αφιερώνουν εκπομπές στα λαϊκά, ρεμπέτικα και «απαγορευμένα». Αλλά, δυστυχώς, και αυτά, όπως και άλλα ποιότητος ελληνικά, παίζονται «πειραγμένα». Τι σημαίνει «πειραγμένα»; Σημαίνει πως ένας αμήχανος ή στέρφος συνθέτης, μην μπορώντας να γράψει μια σελίδα τραγουδιού της προκοπής ή υποχρεώνεται ν΄ ακολουθεί τυφλά και άκριτα τα ευπώλητα της φωτιάς που κυριαρχεί το ντάπα ντούπα του ντράμερ, καταφεύγουν στα μεγάλα αριστουργήματα της ελληνικής λυρικής παράδοσης, από τον Αττίκ, τον Χαιρόπουλο, τον Γιαννίδη και τον Σουγιούλ και άλλους έξοχους μελωδίστες, και τι κάνουν; Τους «πειράζουν». «Πειράζω» σημαίνει, συνήθως, ένα απλό, λιτό, μελωδικό τραγούδι με μια τρικούβερτη ενορχήστρωση το κάνω υπερωκεάνειο!

Αν έχετε ακούσει τραγούδι του Τσιτσάνη ή του Βαμβακάρη, που γράφτηκαν και εκτελέστηκαν από ένα μπουζούκι, έναν μπαγλαμά, μια κιθάρα και ένα τύμπανο να εμφανίζονται, χωρίς να αλλοιώνονται οι απλοϊκοί λαϊκοί στίχοι, επενδυμένοι με ορχήστρα που χθες μπορεί να έπαιζε Μπετόβεν ή Τσαϊκόφσκι. Είναι το υπερωκεάνειο του Κόντογλου. Συχνά, όμως, ακούμε ένα λαϊκό αριστούργημα σα να έχει χαλάσει το πικάπ, να γρατζουνάει η βελόνα, να ξανακούγεται αλλοιωμένη φωνή και να τελειώνει με ένα θριαμβικό ορχηστρικό σύνολο σε οργασμό.

Ακούστε, π.χ., τον «πειραγμένο» δίσκο που η ορχήστρα οργιάζει και ακούγεται η φωνή της Μερκούρη στο γνωστό «Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι». Δεν λείπει το γρατζούνισμα και η επανάληψη, λες και κάποιος μερακλής σηκώθηκε και, είτε έσπρωξε τη βελόνα παρακάτω, είτε την έβαλε πιο μπροστά για να ακούσει ό,τι γουστάρει από τα «λόγια».

Το ξέρω, η πνευματική πενία ζυμωμένα με ταλέντο ονειρεύεται.

Γράψτε το σχόλιό σας