Όταν η Τουρκία κλιμάκωσε την εμπλοκή της στη Λιβυκή κρίση, φάνηκε να παίρνει ένα μεγάλο ρίσκο. Μπορεί να επέλεξε να στηρίξει τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση του Φαγέντ αλ-Σαράτζ (αναγνωρισμένη για την ακρίβεια από τον ΟΗΕ εντός μιας ειρηνευτικής συμφωνίας που πολύ γρήγορα κατέρρευσε), όμως ήξερε ότι ήταν σχετικά αδύναμη, καθώς η όποια αναγνώριση δεν μεταφραζόταν απαραίτητα και σε στήριξη, πέραν αυτής της Τουρκίας και του Κατάρ, την ώρα που η αντίπαλη πτέρυγα που περιλάμβανε το με έδρα το Τομπρούκ κοινοβούλιο (τον άλλο πόλο της ειρηνευτικής συμφωνίας) και τον στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ είχε την υποστήριξη της Ρωσίας, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και της Αιγύπτου και φαινόταν να ελέγχει σημαντικό μέρος της λιβυκής επικράτειας, όχι όμως την πρωτεύουσα Τρίπολη.

Η Τουρκία με την κίνησή της αυτή ήθελε να προωθήσει δύο βασικούς στόχους. Από τη μια να κατοχυρωθεί ως μια δύναμη που μπορεί να έχει ρόλο και λόγο συνολικά στην ανατολική Μεσόγειο και να μπορεί να εγγυηθεί εξελίξεις πέραν των συνόρων της. Από την άλλη, να εξασφαλίσει ότι η διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Λιβύης θα γινόταν η πρώτη κυβέρνηση στην ευρύτερη περιοχή που όχι μόνο θα αναγνώριζε τις αναθεωρητικές απόψεις και πρακτικές της Τουρκίας αλλά και θα προχωρούσε σε αμοιβαία οριοθέτηση ΑΟΖ, επιτρέποντας στην Τουρκία να κάνει ένα βήμα στη στρατηγική της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Η Τουρκία για να μπορέσει να προωθήσει την αναβαθμισμένη παρουσία της στη Λιβύη προχώρησε αφενός στην αποστολή στρατιωτικού εξοπλισμού, παραβιάζοντας με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τις αποφάσεις του ΟΗΕ για το εμπάργκο πώλησης όπλων στις αντιμαχόμενες πτέρυγες της λιβυκού εμφυλίου πολέμου, αφετέρου συντόνισε τη μαζική μετάβαση στη Λιβύη ισλαμιστών ενόπλων από τη Συρία.

Η αδυναμία του Χαφτάρ να κερδίσει τον πόλεμο

Η εξέλιξη των συγκρούσεων, μετά από αλλεπάλληλες παραβιάσεις των κατά καιρού καταπαύσεων του πυρός από όλες τις πλευρές, έδειξε ότι η πλευρά του στρατάρχη Χαφτάρ δεν μπορούσε να κατάγει την κρίσιμη στρατιωτική νίκη που θα επέτρεπε τη ριζική αλλαγή συσχετισμού δύναμης. Αντίθετα, το τελευταίο διάστημα έχει υποστεί και ήττες, συμπεριλαμβανομένης της απώλειας μιας κρίσιμης βάσης.

Το κυριότερο, όμως, πρόβλημα του Χαλίφα Χαφτάρ είναι ότι η Μόσχα δείχνει να χάνει την υπομονή της μαζί του. Και αυτό γιατί η Μόσχα ποτέ δεν επεδίωξε απλώς να υποστηρίξει μία πλευρά σε έναν εμφύλιο πόλεμο. Κυρίως ήθελε να κατοχυρωθεί ως η δύναμη που θα μπορούσε να εγγυηθεί μια πολιτική λύση, πιέζοντας την πλευρά της Τρίπολης να αποδεχτεί μια ειρηνευτική διαδικασία. Γι’ αυτό το λόγο και ουδέποτε αναγνώρισε τον Χαφτάρ ως ηγέτη της Λιβύης, παρότι αυτός το επεδίωξε, ενώ το τελευταίο διάστημα έδειξε ότι κυρίως συνομιλεί με τους εκπροσώπους του κοινοβουλίου στο Τομπρούκ, με τους οποίους επεξεργάστηκε και σχέδιο πολιτικής διεξόδου.

 

Οι προκλήσεις για την Τουρκία

Όμως, όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι η Τουρκία βγαίνει απλώς κερδισμένη από την εμπλοκή της. Αντίθετα, καλείται να χειριστεί νέες προκλήσεις. Καταρχάς πρέπει να δώσει εγγυήσεις ότι μπορεί να συμβάλει σε μια ειρηνευτική διαδικασία. Η επιμονή του αμερικανού ΥΠΕΞ Μάικ Πομπέο προς το Σαράτζ ότι πρέπει να σταματήσουν οι εισαγωγές όπλων και πυρομαχικών στη Λιβύη και να υπάρξει κατάπαυση του πυρός είναι ενδεικτικές από αυτή την άποψη.

Η ειρηνευτική διαδικασία θα απαιτήσει ικανότητα ισορροπιών και παραχωρήσεων, με τρόπο διαφορετικό από αυτόν π.χ. με τον οποίο κινήθηκε στη Λιβύη.

Έπειτα, ειρηνευτική διαδικασία σημαίνει ότι η όποια νέα πολιτική εκπροσώπηση της Λιβύης θα κινείται με όρους που θα εγγυώνται καλές σχέσεις με τις υπόλοιπες χώρες της περιοχής. Σε αυτό το φόντο δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι θα μπορούσε εύκολα να συνεχιστεί η όλη πρωτοβουλία που αποτυπώθηκε στο τουρκολιβυκό μνημόνιο για την χάραξη ΑΟΖ, από τη στιγμή που αντικειμενικά λειτουργεί αποσταθεροποιητικά ως προς τις σχέσεις με άλλες χώρες της περιοχής, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας.

Η ακροβασία της Άγκυρας μεταξύ προκλήσεων και «ρεαλισμού»

Δεν είναι τυχαίο ότι το τελευταίο διάστημα, η τουρκική κυβέρνηση φαίνεται να κινείται σε μια ιδιότυπη ακροβασία ανάμεσα στην πρόκληση και το ρεαλισμό. Ως προς την πλευρά των προκλήσεων κανείς μπορεί να απαριθμήσει όλες τις δηλώσεις που παραπέμπουν στη λογική των «γκρίζων ζωνών» αλλά ακόμη και το δημόσιο λόγο για το ζήτημα του Έβρου.

Όμως, την ίδια στιγμή δεν είναι τυχαίο ότι αυτή την περίοδο είχαμε την καρατόμηση του βασικού στελέχους των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων που επεξεργάστηκε τη στρατηγική της «Γαλάζιας Πατρίδας», του Τζιχάτ Γιαϊτζί και που θεωρείται ο εμπνευστής της τουρκολιβυκής συμφωνίας. Ακόμη και εάν δεχτούμε ότι έπαιξαν σημαντικό ρόλο οι αντιπάθειες που είχε δημιουργήσει εντός των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένου του υπουργού Άμυνας Χουλούσι Ακάρ, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι ο Ερντογάν επέλεξε να μην δώσει κάλυψη σε έναν αξιωματικό που μέχρι πρότινος εξυμνούσε με δημόσιες δηλώσεις.

Μάλιστα, ορισμένοι αναλυτές υπογραμμίζουν ότι ο Ερντογάν θέλει εν μέρει να αποστασιοποιηθεί από εκείνο το τμήμα των αξιωματικών που γοητεύεται από μια σχετική απομάκρυνση από τη Δύση προς έναν περισσότερο «ευρασιατικό» προσανατολισμό της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.

Όλα αυτά θα πρέπει να συνδυαστούν και με μια προσπάθεια της Άγκυρας να προχωρήσει σε μια επαναπροσέγγιση και με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Αυτό αποτυπώνει ο τρόπος που η τουρκική κυβέρνηση κινείται πολύ προσεκτικά σε σχέση με το ζήτημα των S-400, όπου ουσιαστικά έχει αναβάλει την ενεργοποίηση των συγκεκριμένων συστοιχιών, ενώ ο Ερντογάν στην επιστολή με την οποία συνόδευσε την αποστολή ιατρικού εξοπλισμού στις ΗΠΑ τον Απρίλιο υπογράμμισε την ανάγκη «να διατηρηθεί  η συμμαχία της Τουρκίας με τις ΗΠΑ και η συνεργασία με τον πιο ισχυρό τρόπο». Αντίστοιχα, δεν ήταν τυχαίο ότι ο απεσταλμένος των ΗΠΑ στη Συρία υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «τα πάνε σχετικά καλά με την Τουρκία στα περισσότερα ζητήματα από τη Λιβύη και στο ΝΑΤΟ μέχρι τον Καύκασο και τη Μαύρη Θάλασσα, συμπεριλαμβανομένης της Συρίας και του Ιράκ. Ως προς το Ισραήλ η Τουρκία προσπαθεί να βελτιώσει τις σχέσεις ενώ φαίνεται ότι και οι ισραηλινοί ανταποδίδουν: για παράδειγμα το Ισραήλ δεν υπέγραψε την πρόσφατη κοινή δήλωση της Ελλάδας, της Κύπρου, της Αιγύπτου, της Γαλλίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων που κατήγγειλε τις τουρκικές προκλήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.

 

Η ανοιχτή πληγή της οικονομίας

Το βασικό, όμως πρόβλημα της Τουρκίας είναι ότι έχει να αντιμετωπίσει οικονομικά προβλήματα που δύσκολα συνάδουν με την εικόνα περιφερειακής υπερδύναμης που θέλει να προβάλει. Η αγωνιώδης προσπάθεια για συμφωνίες swap για τη στήριξη της τουρκικής λίρας είναι ενδεικτικές αυτό δείχνει, με τελευταίο παράδειγμα την επέκταση την περασμένη εβδομάδα της συμφωνίας που ούτως ή άλλως υπήρχε με το Κατάρ, με το όριο να ανεβαίνει από τα 5 στα 15 δισεκατομμύρια δολάρια. Το ίδιο δείχνει και η προσπάθεια αποφυγής της καταφυγής στο ΔΝΤ, έστω και εάν αυτό μπορεί να σημαίνει μια βαθύτερη ύφεση.

 

Γράψτε το σχόλιο σας