Η παιδεία ήταν ένας χώρος που παγκοσμίως βρέθηκε αντιμέτωπος με μεγάλες ανατροπές στην εποχή της πανδημίας. Ο λόγος είναι ότι ένας πολύ μεγάλος αριθμός χωρών προχώρησε στην αναστολή λειτουργίας των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.

Μάλιστα, συχνά τα μέτρα αυτά προηγήθηκαν άλλον αναστολών λειτουργίας και της επιβολής περιορισμών στην κυκλοφορία. Αυτό είχε να κάνει και με την εκτίμηση ότι οι χώροι της εκπαίδευσης μπορεί να συμβάλλουν στη διασπορά του ιού, παρότι τα παιδιά και οι έφηβοι δεν δείχνουν να κινδυνεύουν να νοσήσουν βαριά, και με το γεγονός ότι θεωρήθηκε ότι τα μέτρα αυτά θα έχουν μικρότερο κοινωνικό και οικονομικό κόστος από την αναστολή άλλων «ουσιωδών» λειτουργιών.

Όμως, αυτό είχε πολύ μεγάλες επιπτώσεις στην εκπαιδευτική λειτουργία. Ας μην ξεχνάμε ότι παρ’ όλη την εξέλιξη των τεχνικών δυνατότητα για ψηφιακή εξ αποστάσεως, το μεγαλύτερο μέρος της διδασκαλίας εξακολουθεί να  γίνεται με όρους φυσικής συνύπαρξης στο χώρο των διδασκόντων και των διδασκομένων.

Επιπλέον, αποτελεί πάγια θέση και των επιστημών της αγωγής ότι η διδασκαλία είναι μια σύνθετη διεργασία, ταυτόχρονα διαπροσωπική και κοινωνική, που περιλαμβάνει πολλαπλά επίπεδα επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης που κατεξοχήν διευκολύνονται από τη φυσική παρουσία μέσα στην τάξη ή το αμφιθέατρο, εάν μιλάμε για την πανεπιστημιακή εκπαίδευση.

 

Τα διλήμματα της ψηφιακής διδασκαλίας

Η χρήση των νέων τεχνολογιών για τη διδασκαλία εξ αποστάσεως έχει αρκετά χρόνια πίσω της. Ειδικά στην τριτοβάθμια εκπαίδευση τη συναντάμε ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1990. Βέβαια, τότε ειδικά στις ΗΠΑ τα περισσότερα σχετικά εγχειρήματα θύμιζαν περισσότερο «εργοστάσια διπλωμάτων» και παλαιότερες παραλλαγές «μαθημάτων δι’ αλληλογραφίας» παρά ποιοτική πανεπιστημιακή εκπαίδευση.

Διαφορετικά ήταν τα πράγματα σε ιδρύματα που ήταν όντως προσανατολισμένα στην εξ αποστάσεως και ανοιχτή εκπαίδευση που χρησιμοποίησαν από πολύ νωρίς τις νέες τεχνολογίες έως του σημείου των «ψηφιακών τάξεων», όπως ήταν στην Ελλάδα το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Όμως, εδώ μιλάμε για ιδρύματα υψηλού επιπέδου, που όμως αφορούσαν συγκεκριμένες κατηγορίες φοιτητών που δεν θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν ένα τυπικό πανεπιστημιακό πρόγραμμα.

Άλλα ιδρύματα σταδιακά θα αναπτύξουν επίσης προγράμματα εκπαίδευσης και κατάρτισης μέσω διαδικτύου. Όμως, πάντα αντιμετωπίζονταν ως συμπληρωματικά της κανονικής διδασκαλίας.

Μάλιστα, σε άλλες χώρες υπήρξαν τα προηγούμενα χρόνια αρκετές αντιπαραθέσεις γύρω από το εάν και σε ποιο βαθμό τα πανεπιστήμια θα μπορούσαν να «αξιοποιήσουν» τις βιντεοσκοπήσεις των παραδόσεων που γίνονταν στα αμφιθέατρα.

Ως προς την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση σε γενικές γραμμές η συναίνεση ήταν και παραμένει ότι η σύνθετη διαδικασία, ταυτόχρονα εκπαίδευσης και κοινωνικοποίησης, απαιτεί την παρουσία στο χώρο.

Εδώ αυτό που είχε εξελιχθεί ήταν διάφορες υποστηρικτικές πλατφόρμες με εκπαιδευτικό υλικό.

Όλα αυτά άλλαξαν με τον ερχομό της πανδημίας που έφερε τα εκπαιδευτικά συστήματα αντιμέτωπα με την διακοπή της εκπαιδευτικής λειτουργίας. Αυτό οδήγησε στην επιλογή της εξέταση των ψηφιακών μέσων για την εκπαίδευση.

Στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και στη χώρα μας και διεθνώς φάνηκε ότι ήταν κάπως πιο εύκολο να περάσουν τα πράγματα στη διδασκαλία από πλατφόρμες έτσι ώστε να μην υπάρξει και αμφισβήτηση ως προς την ολοκλήρωση του εξαμήνου. Βέβαια, αυτό σήμαινε και έναν αγώνα δρόμου για τη σχετική προετοιμασία. Πάντως, οι περισσότεροι πανεπιστημιακοί και διεθνώς και στη χώρα μας επιμένουν ότι είναι μια λύση προσωρινή που δεν πρέπει σε κανένα βαθμό να συνεχιστεί.

Μάλιστα ήδη στις ΗΠΑ και στη Βρετανία έχει ξεκινήσει μια μεγάλη συζήτηση για την ανάγκη να μη θεωρηθεί μόνιμη μέθοδος η on-line διδασκαλία ή πρόσχημα για περικοπές προσωπικού, την ώρα που όσα ιδρύματα. Σημειώνουμε εδώ ότι σε χώρες όπου η ανώτατη εκπαίδευση είναι με δίδακτρα αρκετά ιδρύματα ετοιμάζονται για απώλειες εσόδων την επόμενη χρονιά.

Σε άλλες βαθμίδες της εκπαίδευσης τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα, ιδίως από τη στιγμή που ποτέ δεν είχε δοκιμαστεί σε τέτοια κλίμακα. Και εδώ η συναίνεση των περισσότερων διδασκόντων ήταν ότι επρόκειτο για μια αναγκαστική λύση που δύσκολα μπορεί να έχει γενικευμένη εφαρμογή.

 

Το υπαρκτό «ψηφιακό χάσμα»

Την ίδια στιγμή η πρωτόγνωρη αυτή κατάσταση ανέδειξε ότι παρά τη μεγάλη διείσδυση των νέων τεχνολογιών στη ζωή μας, εξακολουθεί να υπάρχει ένα πραγματικό χάσμα ως προς την πρόσβαση σε αυτές.

Έγινε αντιληπτό ότι για κοινωνικούς και οικονομικούς λόγους δεν έχουν όλα τα σπίτια έναν υπολογιστή ικανό να συνδεθεί, ή και εάν έχουν δεν είναι βέβαιο ότι μπορεί να διατεθεί για την κατ’ οίκον ψηφιακή ψηφιακή διδασκαλία. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να μην υπήρχε καν το smartphone που θα άλλωστε δύσκολα μπορεί να αποτελέσει υποκατάστατο ακόμη και εάν τεχνικά επιτρέπει τη συμμετοχή σε κάποιου είδους «τηλεδιάσκεψη».

Επιπλέον φάνηκε ότι ακόμη και τώρα δεν έχουν όλα τα νοικοκυριά πρόσβαση σε υπηρεσίες ευρυζωνικών δικτύων τέτοιων που να επιτρέπουν την υποστήριξη τέτοιων διαδικασιών. Δεν είναι τυχαίο ότι σε όλο και περισσότερες χώρες αναδεικνύεται το αίτημα τα ευρωζωνικά δίκτυα να αναγνωριστούν ως βασική υπηρεσία που πρέπει να προσφέρεται ελεύθερα σε όλους.

 

Τα πραγματικά κενά που έρχονται στο προσκήνιο

Η προσπάθεια σχεδιασμού της εκπαιδευτικής λειτουργίας με όρους που να επιτρέπουν την εφαρμογή μέτρων προστασίας απέναντι στην πανδημία ανέδειξε και τα πραγματικά κενά και τις ελλείψεις του εκπαιδευτικού συστήματος.

Σε αρκετές περιπτώσεις, στη χώρα μας αλλά και διεθνώς αποδεικνύεται ότι η αναγκαία συνθήκη «αραίωσης», που ταυτόχρονα παραπέμπει στον αριθμό μαθητών ανά τάξη που παραδοσιακά διεκδικούσαν οι εκπαιδευτικοί, προσκρούει στις ελλείψεις εκπαιδευτικού προσωπικού αλλά και στην ανεπάρκεια των εγκαταστάσεων.

Και εάν τώρα αυτά τα προβλήματα μπορεί να φαντάζουν κάπως επιλύσιμα, ιδίως όταν είναι σαφές ότι ο στόχος είναι να αποφευχθεί η αίσθηση μιας «χαμένης χρονιάς», είναι σαφές ότι τα πράγματα θα είναι πολύ πιο δύσκολα την επόμενη χρονιά κάτι που αναδεικνύει τη σημασία να υπάρξουν και οι αναγκαίες προσλήψεις και διορισμοί και οι απαραίτητες παρεμβάσεις στις κτιριακές εγκαταστάσεις.

Η μάχη για τις κάμερες

Παρότι παρουσιάστηκε ως ελληνική ιδιαιτερότητα η διαμάχη για τη βιντεοσκόπηση των παραδόσεων στην εκπαίδευση δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία.

Και στο εξωτερικό ιδίως σε πανεπιστήμια είχαν υπάρξει αντιπαραθέσεις για την βιντεοσκόπηση και αναμετάδοση παραδόσεων και άλλων εκπαιδευτικών διαδικασιών και ως προς ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας των μαθημάτων όσο και σε σχέση με τη διαρκή αίσθηση επιτήρησης.

Δεν είναι λίγοι όσοι υποστηρίζουν ότι πέραν των θέμα των προσωπικών δεδομένων, που γενικά παραπέμπει στη μη διαρκή καταγραφή και αναμετάδοση, υπάρχει ένα ευρύτερο πρόβλημα με μια τέτοια αναμετάδοση που δεν λαμβάνει υπόψη ούτε αποτυπώνει την πραγματική δυναμική της εκπαιδευτικής διαδικασίας και την ανάγκη να μην είναι «επιτηρούμενη».

 

Η παιδεία της επόμενης μέρας

Ούτως ή άλλως το ανοιχτό ερώτημα είναι με ποιο τρόπο θα ανταποκριθεί η εκπαίδευση στις προκλήσεις μιας νέας και σε μεγάλο βαθμό αχαρτογράφητης εποχής που σφραγίζεται ταυτόχρονα από την επίγνωση μεγάλων απειλών, από την πανδημία μέχρι την κλιματική καταστροφή, αλλά και από την εξάντληση προηγούμενων τρόπων διαχείρισης και της οικονομίας και της κοινωνικής ζωής.

Είναι η συζήτηση για το πώς η παιδεία θα μπορέσει να συμβάλει όχι μόνο σε ένα νέο βιώσιμο παραγωγικό υπόδειγμα αλλά και στη διαμόρφωση της αναγκαίας δημοκρατικής κοινωνικότητας, συλλογικότητας και ευθύνης που απαιτεί η νέα εποχή.

 

Γράψτε το σχόλιο σας