Δεν είναι πολλοί εκείνοι που περνούν στη σφαίρα του μύθου ενόσω είναι ακόμη ζωντανοί. Φυσικό επόμενο να ενεργοποιούν μια σειρά από δικά μας εξαρτημένα αντανακλαστικά, συχνά αντικρουόμενα: τον θαυμασμό ή τον φθόνο μας, την αδυναμία μας να τους δούμε πέρα από τον μύθο τους ή πέρα από τις προκαταλήψεις που τρέφουμε για τον κομματικό χώρο ή τις πολιτικές ιδέες που κατά καιρούς ενστερνίζονται. Αναντίρρητα ο Μανώλης Γλέζος συγκαταλεγόταν σε εκείνους τους λίγους και εκλεκτούς που, όσο σφράγισαν τη σύγχρονη ελληνική ιστορία με τις πράξεις τους, άλλο τόσο σφραγίστηκαν από αυτές.

Οταν κατεβάζεις τη σβάστικα από την Ακρόπολη σε ηλικία δεκαεννέα χρονών, έχοντας πλήρη συνείδηση πως, έτσι και σε συλλάβουν, θα βρεις μαρτυρικό θάνατο και όταν, πριν κλείσεις τα σαράντα, είσαι ήδη… γραμματόσημο στη Σοβιετική Ενωση, καταδικασμένος την ίδια περίοδο στην πατρίδα σου σε πέντε χρόνια φυλάκισης ως συνεργός σε δίκτυο κατασκοπείας και ταυτοχρόνως βουλευτής της ΕΔΑ, ενώ πολλές φορές κατά την ενδιάμεση εικοσαετία έχεις φλερτάρει με το εκτελεστικό απόσπασμα κι έχουν μεσολαβήσει για να σε σώσουν από τον Σαρλ ντε Γκωλ έως τον Αλμπέρ Καμύ… ε, τότε δικαιούσαι να αντιμετωπίζεις κάθε διαβολή εναντίον σου με ένα μειλίχιο συγκαταβατικό μειδίαμα· κανένα κύμα λάσπης, καμία επίθεση χολής και καμία επίδειξη μικροπρέπειας δεν μπορεί πλέον να σε αγγίξει.

 

Βεβαίως, εδώ ελλοχεύει και μια παγίδα για εσένα: φυλακισμένος μέσα στον ίδιο σου τον μύθο, δεν αργείς να πιστέψεις ότι όλα όσα έκανες ήταν «σωστά καμωμένα» και καθένας που σου ασκεί κριτική δεν είναι παρά ένας εχθρός σου σε εντεταλμένη υπηρεσία.

Εάν την μπανανόφλουδα της αυταρέσκειας κινδυνεύει να την πατήσει η κάθε ψωνάρα που κερδίζει λίγα λεπτά δημοσιότητας σε ένα τηλεοπτικό ριάλιτι, αναλογιστείτε πόσο περισσότερο κινδυνεύει κάποιος που επέζησε ενός αιματοβαμμένου αιώνα, του εικοστού, και ακόμη και τον εικοστό πρώτο, στα βαθιά γεράματά του, επιβραβεύτηκε από τους συμπολίτες του με ρεκόρ εκατοντάδων χιλιάδων ψήφων για το Ευρωκοινοβούλιο.

Αυτήν την μπανανόφλουδα, άλλωστε, την πάτησαν ορισμένοι από τους μεγαλύτερους «μύθους εν ζωή» του περασμένου αιώνα, όπως ο Χίτλερ και ο Στάλιν -γιατί να μην την πατήσεις κι εσύ που συγκριτικά λατρεύτηκες λιγότερο από εκείνους; Υπάρχει άραγε αντίδοτο στην αυταρέσκεια όπου σε οδηγεί ο μαζικός θαυμασμός ή είναι ένα αναπόφευκτο δρομολόγιο, κατά τη διάρκεια του οποίου χάνεις κάθε δυνατότητα να κρίνεις και, κυρίως, να επικρίνεις τον εαυτό σου;

Υπάρχει – και το κατείχε σε ανεξάντλητες ποσότητες ένας άλλος «μύθος εν ζωή» του εικοστού αιώνα: ο Τσόρτσιλ. Την ώρα που ο Χίτλερ ήταν ακράδαντα πεπεισμένος ότι τον έστειλε η Θεία Πρόνοια στη Γερμανία και ο Στάλιν εκκαθάριζε όσους δεν τον χειροκρότησαν κατά την είσοδό του στο Θέατρο Μπολσόι (όχι επειδή πίστευε σε καμιά Θεία Πρόνοια, αλλά επειδή ταύτιζε τους χειροκροτητές με τους καθεστωτικούς), ο Τσόρτσιλ σημείωνε μελαγχολικά: «Η Ιστορία θα είναι καλή μαζί μου, γιατί σκοπεύω να τη γράψω εγώ». Αυτό ήταν, είναι και θα παραμείνει το μοναδικό αντίδοτο στην αυταρέσκεια: ο αυτοσαρκασμός.

 

Από την περασμένη Δευτέρα, που έφυγε από κοντά μας πλήρης ημερών, διαβάζω για τον Μανώλη Γλέζο τα μύρια όσα – για τον ηρωισμό του, για το ήθος του, για τη μεγαθυμία του, για τα πολιτικά του σφάλματα (στα τελευταία επιμένουν ιδίως οι απανταχού αλάνθαστοι) – αλλά σχεδόν τίποτε για το χαρακτηριστικό που προξένησε σ’ εμένα την πιο έντονη εντύπωση: τον αυτοσαρκασμό του.

Είχα την τύχη να τον γνωρίσω εκ του σύνεγγυς, τον καιρό (από τον Μάιο του 2012 έως τον Ιανουάριο του 2014) που βρισκόμασταν κάτω από την ίδια κοινοβουλευτική στέγη. Οφείλω να σας εξομολογηθώ ότι για εμάς, την ολιγάριθμη φράξια των «ρεαλιστών» από τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, ο «αιθεροβάμων» Γλέζος ήταν μια μόνιμη πηγή άγχους.

Μικρός το δέμας και αεικίνητος, πιο πολύ έμοιαζε με μασκαρεμένο  πιτσιρικά που διαρκώς σκαρφιζόταν σκανταλιές -κάπως σαν τον Ντένις τον Τρομερό, ας πούμε – παρά με σεβάσμιο Νέστορα που είχε καβατζάρει τα ενενήντα: τη μια πρότεινε να κλαδευτεί η βουλευτική αποζημίωση στο ύψος μισθού ανειδίκευτου εργάτη, την άλλη να επιμείνει ο ΣΥΡΙΖΑ στην απλή και άδολη αναλογική και να μην αποδεχτεί τη νίκη του στις εκλογές, εάν τις κέρδιζε με σύστημα ενισχυμένης…

Το εκλογικό σύστημα ήταν και το προσάναμμα για τη μεταξύ μας παρεξήγηση, τέλη Οκτωβρίου του 2013, όταν η σχέση μου με τον ΣΥΡΙΖΑ βρισκόταν ήδη επί ξυρού ακμής.

Σε μια χαλαρή ραδιοφωνική εκπομπή στον «Βήμα F/M», παρέα με τον Βασίλη Χιώτη και τον Νότη Παπαδόπουλο, η κουβέντα ξεκίνησε από την άποψη του Γλέζου για την απλή αναλογική – συνώνυμη, κατ’ εμέ, της ακυβερνησίας – και, με τη σατανική συνδρομή του χορηγού εκείνης της ημέρας, ενός εστιατορίου ονόματι «Δρυίδης», κατέληξε στο να εκφέρω τη γνώμη πως, όχι, ο Γλέζος δεν μου θύμιζε τον Δρυίδη στον «Αστερίξ», περισσότερο μου θύμιζε τον γεροντάκο με τη θεογκόμενα.

Τα ΜΜΕ έπεσαν να με φάνε για την «ασέβεια», μέρος του συμπολιτευόμενου Τύπου ισχυρίστηκε μάλιστα ότι ήμουν «λαγός» του προεδρικού περιβάλλοντος του ΣΥΡΙΖΑ προκειμένου να… γελοιοποιήσω την άποψη του Γλέζου για τον εκλογικό νόμο και ο ίδιος ο Γλέζος με κάλεσε να τα πούμε στο πολιτικό του γραφείο.

Πήγα με την ουρά στα σκέλια, προβάροντας από την προηγουμένη δεκάδες επιχειρήματα για να εξηγήσω τη «διαστρέβλωση», κι εκείνος με υποδέχτηκε με το πονηρό του παιδικό μειδίαμα. «Η γυναίκα μου είναι ενθουσιασμένη», είπε· «πρώτη φορά κάποιος την αποκαλεί θεογκόμενα».

Λίγους μήνες αργότερα ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης μπήκε για πολλοστή φορά στο νοσοκομείο και από τον ΣΥΡΙΖΑ δόθηκε προφορική οδηγία στους βουλευτές του να αποφύγουν να τον επισκεφθούν (τότε οι καιροί δεν ήταν ακόμη μενετοί για τόσο large συναινετικές χειρονομίες).

Φυσικά ο άτακτος Γλέζος έσπευσε να αγνοήσει την οδηγία και να πράξει το αντίθετο. Οπως μου εξιστόρησε κατόπιν η Ντόρα Μπακογιάννη, συνάντησε τον Γλέζο στους διαδρόμους της Βουλής και του μετέφερε τη συγκίνηση του πατέρα της. «Δεν ξέρω γιατί συγκινήθηκε τόσο πολύ», κατέληξε η Μπακογιάννη· «ίσως επειδή είσαστε και συνομήλικοι».

Ε, όχι και συνομήλικοι», εξανέστη ο Γλέζος· «εγώ είμαι τέσσερα χρόνια μικρότερος!». Πράγματι. Ο Μητσοτάκης είχε γεννηθεί το 1918, ενώ ο Γλέζος το 1922.

Ως δύο θανατοποινίτες όμως,  στην ίδια ηλικία που εμείς σπαζοκεφαλιάζαμε εάν θα φέρουμε το κορίτσι  στο πατρικό μας ή θα το πάμε σε ξενοδοχείο ημιδιαμονής, γνώριζαν ότι στις απρόβλεπτες αναποδιές της ζωής δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα χωρίς αυτοσαρκασμό και μια στάλα φιλαρέσκεια.

 

Γράψτε το σχόλιο σας