Στενωποί οι καιροί και δεν περισσεύει χώρος για άλλοθι. Εχουμε και εμείς περισσότερο χρόνο να επεξεργαστούμε όλα αυτά που ακούμε, να ανιχνεύσουμε, πέρα από τις λέξεις, τα συμφραζόμενά τους. Κάπως έτσι ανακαλύψαμε και επανεκτιμήσαμε, τουλάχιστον οι περισσότεροι, τη χαμένη γοητεία του επιστημονικού λόγου. Που έγκειται στη λιτότητά του. Στο ότι δεν έχει στόχο να σε γοητεύσει.

Θυμάμαι μια συνέντευξη σε αμερικανικό κανάλι, πριν από έναν περίπου χρόνο, της Αλεσάντρα Οκάσιο – Κορτέζ, της 30χρονης εκπροσώπου των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο. Οταν ο δημοσιογράφος τής επεσήμανε ότι κάποια στοιχεία που παρουσίαζε δεν ανταποκρίνονταν στα σωστά ποσοστά, απάντησε ότι περισσότερο από την ακρίβεια των λεγομένων της την ενδιέφερε το συναίσθημα που προκαλούν. Αυτό δεν είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό του λαϊκίστικου λόγου; Η απαξίωση του επιστημονικού στοιχείου; Αυτό δεν βλέπουμε και τώρα σε βαρύγδουπες δηλώσεις δημοσιολογούντων που επιστρατεύουν βαρύγδουπες και δυσνόητες λέξεις για να περιτυλίξουν αυθαίρετες εκτιμήσεις και προβλέψεις; Πολυπαραγοντικές αναλύσεις, εκφρασμένες άλλοτε περισπούδαστα μεν, ανούσια δε, και άλλοτε ως τσιτάτα για να καταναλωθούν στο Διαδίκτυο.

Από την άλλη, άκουγα, σε κάποια εκπομπή, τον καθηγητή Λοιμωξιολογίας Νίκο Σύψα. Να απαντά, αρκετές μάλιστα φορές κατά τη διάρκεια της συζήτησης, «αυτό δεν το ξέρουμε», «δεν μπορούμε να κάνουμε προβλέψεις», «δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε». Η παραδοχή του επιστήμονα ότι δεν ξέρει κάτι σού δίνει τη σιγουριά πως ό,τι λέει πως ξέρει το ξέρει πολύ καλά. Ακρως ανακουφιστικό σε ένα επικοινωνιακό περιβάλλον όπου όλοι έχουν έτοιμες απαντήσεις για όλα. Από τις παραμορφώσεις που προκαλεί ο ευρυγώνιος φακός έως το σκεύασμα που σκοτώνει τον κορωνοϊό.

 

Ανατροπές

 

Εως και πριν από δύο μήνες εδώ, στο γαλατικό χωριό μας, τσακωνόμασταν περί του τι εστί κανονικότητα. Σήμερα, με τη σαρωτική επέλαση των γεγονότων και το παγκόσμιο ξερίζωμα της στοιχειώδους ερμηνείας του κανονικού, τις οθόνες μας πλημμυρίζουν στιγμιότυπα που δίνουν άλλες διαστάσεις σε αυτήν την έννοια. Και – τραγελαφικό; – σαν να την ανανεώνουν.

Πόσες ημέρες ασχοληθήκαμε εδώ για το αν θα έπρεπε να κλείσουν οι ναοί (και θα ασχοληθούμε ακόμη εφόσον υπάρχουν οι φόβοι ότι τη Μ. Εβδομάδα θα συγκεντρωθούν πιστοί έξω από τις εκκλησίες); Οι συγκλονιστικές εικόνες από την Ισπανία, με γιατρούς και νοσηλευτές να προσεύχονται και να ψέλνουν έξω από μια αίθουσα χειρουργείου, δείχνει ότι ο λατρευτικός χώρος βρίσκεται «εντός» του πιστού. Στην Ιταλία, πάλι, περιπολικά με αναμμένες σειρήνες σταματάνε στη μέση του δρόμου και οι «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι» κατεβαίνουν και, με κιθάρες, τραγουδάνε για τον κόσμο που τους χειροκροτεί από τα μπαλκόνια.

 

Ο χαμένος πίνακας του Βαν Γκογκ

 

Εντάξει, όλοι το λέμε. Οταν – και όπως – τελειώσει αυτή η ιστορία, η τηλεοπτική και κινηματογραφική βιομηχανία θα στενάξει από σειρές και ταινίες με φόντο την πανδημία του κορωνοϊού. Η πραγματικότητα άλλωστε υπαγορεύει αβέρτα τα σενάρια. Διότι άντε τώρα να φανταστεί κάποιος ότι εν μέσω πανδημίας στην Ολλανδία, που μετρά κοντά 200 νεκρούς την ημέρα, κάποιοι μπήκαν νύχτα στο κλειστό, λόγω κορωνοϊού, μουσείο της πόλης Λάρεν και έκλεψαν έναν πίνακα του Βαν Γκογκ. Και μάλιστα την ημέρα της επετείου της γέννησής του. Αυτό είναι 2 σε 1. «Υπόθεση Τόμας Κράουν στα χρόνια της χολέρας».

Γράψτε το σχόλιο σας