Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι είναι ένα από τα μεγαλύτερα πειράματα που έχουν διεξαχθεί ποτέ. Πράγμα λογικό εάν αναλογιστούμε ότι με έναν ή τον άλλο τρόπο αυτή τη στιγμή αφορούν δισεκατομμύρια ανθρώπους. Αναφερόμαστε στα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης (social distancing) που εφαρμόζονται σε όλο τον κόσμο για την αντιμετώπιση της πανδημίας.

Και ο λόγος είναι ότι παρότι αντλούν με έναν τρόπο την έμπνευσή τους από πρακτικές δημόσιες υγείας που εφαρμόστηκαν σε περασμένους αιώνες, σε αυτή την κλίμακα για πρώτη φορά δοκιμάζονται και τώρα είναι που αποκτούμε πραγματική γνώση για τη δραστικότητά τους.

Από τις καραντίνες στα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης

Η αντίληψη ότι για να αντιμετωπίσεις την επέκταση ενός λοιμώδους νοσήματος χρειάζεται να περιορίσεις την επαφή με όποιον είναι δυνάμει ασθενής, δεν είναι καινούρια. Ήδη στις επιδημίες πανώλης δοκιμάζονταν τέτοια μέτρα και ως κληρονομιά τους γενικεύτηκαν μέτρα όπως οι καραντίνες και τα λοιμοκαθαρτήρια.

Βέβαια, κάποιες φορές η άγνοια για τους ακριβείς όρους μετάδοσης των παθογόνων οδηγούσε και στο αντίθετο αποτέλεσμα. Για παράδειγμα η άγνοια ότι για την πανώλη οι κρίσιμοι ξενιστές ήταν τα τρωκτικά οδηγούσε σε λάθος επιλογές όπως η απόφαση των αρχών του Λονδίνου κατά τη μεγάλη επιδημία πανώλης του 1665-1666 να διατάξουν μαζική εξόντωση των σκυλιών και των γατιών συμβάλλοντας στην αύξηση του πληθυσμού των ποντικών.

Είναι αλήθεια ότι εξελίξεις όπως η βελτίωση των συστημάτων ύδρευσης και αποχέτευσης περιόρισαν τις επιδημίες χολέρας όπως και εμφάνιση των αντιβιοτικών και γενικότερα η πρόοδος της ιατρικής.

Όμως, η μεγάλη πανδημία της «Ισπανικής Γρίπης» το 1918, που εκτιμάται ότι είχε δεκάδες εκατομμύρια θύματα, επανέφερε στο προσκήνιο το ερώτημα του πώς ανακόπτεται ή περιορίζεται μια τέτοια υγειονομική κρίση. Τότε ήταν που διαπιστώθηκε ότι πόλεις όπως το Σαιντ Λούις ή η Νέα Υόρκη, που πήραν μέτρα όπως το κλείσιμο των σχολείων, των θεάτρων και των χώρων συνάθροισης, είχαν μικρότερη θνησιμότητα από πόλεις που δεν πήραν μέτρα.

Αργότερα, σε επόμενες πανδημίες γρίπης όπως αυτή του 1957 και του 1968 επίσης δοκιμάστηκαν μέτρα όπως το κλείσιμο των σχολείων θεωρώντας ότι αυτό επιβραδύνει την εξάπλωση. Ωστόσο, το γεγονός είναι ότι στο φόντο της γενικής βελτίωσης των συνθηκών υγείας και των ιατρικών μεθόδων σε σχέση με το 1918 θεωρήθηκε ότι πλέον μπορούσαν τέτοιες πανδημίες να αντιμετωπιστούν κυρίως με την έγκαιρη ανάπτυξη εμβολίων και θεραπευτικών παρεμβάσεων.

Τα μαθήματα από το… κοινό κρυολόγημα

Παρότι με τα χρόνια έχουμε συγκεντρώσει πλήθος επιστημονικών γνώσεων για του ιούς, τα περισσότερα πειράματα για τις συνθήκες μετάδοσης έχουν γίνει πάνω στο… κοινό κρυολόγημα.

Αυτό είναι φυσιολογικό αφού οι ιοί που το προκαλούν δεν αποτελούν σοβαρή απειλή για την υγεία και άρα οι συμμετέχοντες στα πειράματα δεν εκτίθενται σε κάποιο σοβαρό κίνδυνο.

Πολλές από τις αρχές υγιεινής που και τώρα εφαρμόζουμε σχολαστικά στηρίζονται και στα συμπεράσματα από τέτοια πειράματα. Για παράδειγμα ξέρουμε ότι εάν σε ένα δωμάτιο βάλουμε υγιείς και ασθενείς με κρυολόγημα, θα κολλήσουν σε σημαντικό ποσοστό και οι υγιείς και μάλιστα θα κολλήσουν πιο εύκολα αυτοί που μπορούν να ακουμπούν τα χέρια τους στο πρόσωπο, στο στόμα, τη μύτη ή τα μάτια.

Αυτό εξηγεί και τη σημασία που έχει το σχολαστικό πλύσιμο των χεριών. Ταυτόχρονα, άλλες έρευνες έχουν δείξει και τη σημασία της άμεσης μετάδοσης μέσα από το βήχα, το φτάρνισμα ή και την ομιλία που στέλνουν σταγονίδια αλλά και τις επιφάνειες όπου αυτά τα σταγονίδια πηγαίνουν.

Αυτό εξηγεί και επιβεβαιώνει ότι έχουμε να κάνουμε με λοιμώξεις που κατεξοχήν εκμεταλλεύονται την κοινωνική συναναστροφή και το συγχρωτισμό των ανθρώπων, όπως και ελλιπείς ατομικές πρακτικές υγιεινής.

Ο κίνδυνος πανδημιών και τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης

Οι επιστήμονες από χρόνια προειδοποιούσαν μια νέα πανδημία. Η υπόθεση ήταν λίγο πολύ η ίδια: μια ιογενής λοίμωξη του αναπνευστικού, με σημαντική μεταδοτικότητα που θα μπορούσε να μεταδοθεί παγκοσμίως μέσω των αεροπορικών ταξιδιών και να αποκτήσει πανδημικά χαρακτηριστικά σε μια ανθρωπότητα που είναι πολύ πιο μαζική. Η παρ’ ολίγον επιδημία «γρίπης των χοίρων» στις ΗΠΑ το 1975 θεωρήθηκε η προειδοποίηση και το ξέσπασμα κρουσμάτων «γρίπης των πτηνών» (Η5Ν1) το 1997 το καμπανάκι του κινδύνου.

Τότε ήταν που άρχισαν να διαμορφώνονται και τα σχέδια δράσης. Αυτά σχηματικά υπέθεταν τρεις γραμμές άμυνας: αυστηρή επιδημιολογική επιτήρηση ώστε να υπάρξει έγκαιρος εντοπισμός των πρώτων κρουσμάτων, απομόνωσή τους και τοπικός περιορισμός της εξάπλωσης, μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης εάν παρ’ όλα αυτά ο ιός περάσει στην κοινότητα ώστε να περιοριστεί ο ρυθμός εξάπλωσης και να κερδηθεί χρόνος για την προετοιμασία εμβολίου και αποτελεσματικών θεραπειών.

Η επιδημία του SARS έδειξε ότι μπορεί να υπάρξει μια επιθετική πολιτική εντοπισμού, καραντίνας, απομόνωσης και τελικά αντιμετώπισης, όμως σε αυτό βοήθησαν και τα χαρακτηριστικά του ιού. Ωστόσο, τότε ήταν που άρχισε να αναβαθμίζεται και η έννοια των μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης για την αντιμετώπιση τυχόν πανδημίας.

Η πανδημία γρίπης του 2009 επικαιροποίησε τα σχέδια αυτά, όμως παρότι υπήρξε μεγάλη συζήτηση για την εφαρμογή μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης τελικά η έμφαση ήταν στην παραγωγή εμβολίου και στη διαθεσιμότητα των αντιικών φαρμάκων.

Το μεγάλο πείραμα

Όμως, η εμπειρία της πανδημίας του 2009 έδωσε μια ακόμη ώθηση στην μελέτη των πρακτικών κοινωνικής αποστασιοποίησης. Η γενική υπόθεση και εκτίμηση ήταν ότι είτε μιλάμε για επιδημική έξαρση είτε για μια πανδημία η εφαρμογή μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης, με κλείσιμο των σχολείων και άλλων χώρων μαζικής συνάθροισης ανθρώπων και την εφαρμογή μέτρων αραίωσης σε χώρους δουλειάς θα ήταν αναγκαία, σε συνδυασμό με άλλα μέτρα, από την καραντίνα και απομόνωση κρουσμάτων μέχρι την απαγόρευση των αεροπορικών ταξιδιών.

Το παράδειγμα του περιορισμού του SARS πάντα αναφέρεται, όμως εκεί ήταν περισσότερο μια επιθετική πολιτική καραντίνας για τον ριζικό περιορισμό παρά μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης για την επιβράδυνση της εξάπλωσης.

Κατά τα άλλα ο κύριος όγκος της έρευνας προερχόταν από περιπτώσεις κλεισίματος σχολείων ή από τα συμπεράσματα για την εξέλιξη επιδημιών σε περιπτώσεις που ακυρώνονται πλήθος συναθροίσεις (π.χ. εξαιτίας μεγάλης κακοκαιρίας που συμπίπτει με έξαρση εποχικής γρίπης και υποχρεώνει τους ανθρώπους να «μείνουν σπίτι»).

Γι’ αυτό τον λόγο και μέχρι την πανδημία κυρίως διαθέταμε μαθηματικά μοντέλα που εξέταζαν την πιθανή αποτελεσματικότητα των μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης ως προς την επιβράδυνση μιας επιδημικής έξαρσης και την αποφυγή απότομης αύξησης των κρουσμάτων που θα γονάτιζε τα συστήματα υγείας.

Βέβαια εδώ πρέπει να πούμε ότι αυτά τα μοντέλα ήταν υποθετικά. Η ακριβώς πρόβλεψη της αποτελεσματικότητας είναι δύσκολη, εφόσον αφορά διάφορες παραμέτρους, από την μεταδοτικότητα ενός ιού, στην κλίμακα των συναναστροφών πριν και μετά την εφαρμογή τέτοιων μέτρων.

Έτσι λοιπόν το μεγάλο πείραμα γίνεται τώρα. Έχουμε το παράδειγμα της Κίνας (που είναι συνδυασμός ανάμεσα σε μέτρα «κοινωνικής αποστασιοποίησης», μέτρα απομόνωσης και καραντίνας και μέτρα επιθετικού περιορισμού μέσα στην κοινότητα.

Αλλά έχουμε και το παράδειγμα και της Ευρώπης και των ΗΠΑ που έχουμε επίσης ένα συνδυασμό ανάμεσα σε μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης, με μεγάλης κλίμακας κλεισίματα και εργασία από το σπίτι αλλά και πιο επιθετικά μέτρα όπως οι περιορισμοί στις μετακινήσεις και η απαγόρευση των αεροπορικών ταξιδιών.

Στα παραπάνω ας προσθέσουμε και ένα άλλο συνδεόμενο πείραμα, με αφορμή την εμπειρία της Κίνας αλλά εν μέρει και της Νότια Κορέας που είναι η ικανότητα επεξεργασίας των μεγάλων δεδομένων (big data) που μας προσφέρουν κυρίως τα κινητά τηλέφωνα για τις κινήσεις, τις συναναστροφές και τις συναλλαγές των ανθρώπων.

Η ανάγκη συναίνεσης και η αντιμετώπιση του κοινωνικού κόστους

Πάντως οι ειδικοί στη δημόσια υγεία υπογράμμιζαν πριν την πανδημία ότι τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης, ειδικά όταν συνδυάζονται με επιθετικά μέτρα περιορισμού (αυτό που συνηθίσαμε ονομάζουμε lockdown) πρέπει να στηρίζονται στη ενεργητική συναίνεση των ανθρώπων, παρά στον εξαναγκασμό και να κάνουν τους πολίτες συμμέτοχους σε μια κοινή προσπάθεια.

Ας μην ξεχνάμε ότι είναι μέτρα με μεγάλο κοινωνικό κόστος που ξεκινάει από το πρόβλημα του «παγώματος» της οικονομικής δραστηριότητας (που σημαίνει απώλεια θέσεων εργασίας, μισθών και εισοδημάτων) και καταλήγει ακόμη και σε κινδύνους όπως η αύξηση της ενδοοικογενειακή βίας. Γι’ αυτό και χρειάζονται προσεκτική εφαρμογή και διαρκή μέριμνα για την αντιστάθμιση του πραγματικού κόστους που έχουν.

 

Γράψτε το σχόλιο σας