Η συσχέτιση ανάμεσα στις κοινωνικές συνθήκες και την υγεία ενός πληθυσμού αποτελεί σχεδόν κοινό τόπο. Σε μητροπολιτικές περιοχές όπως η Ουάσιγκτον ή το Λονδίνο, εάν κανείς διαλέξει διαδρομές του μετρό που πηγαίνουν από τις πιο εύπορες στις πιο φτωχές περιοχές θα μπορούσε να υπολογίσει πόσο υποχωρεί το προσδόκιμο ζωής σε κάθε στάση της διαδρομής.

Οι στατιστικές μας δείχνουν τους βασικούς κινδύνους για την υγεία. Εάν μιλάμε για τον αναπτυγμένο κόσμο, μια που αρκετές περιοχές του κόσμου εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν το βάρος λοιμωδών ασθενειών, στις περισσότερες χώρες οι βασικοί παράγοντες που επιβαρύνουν την υγεία των πολιτών ή οδηγούν στον θάνατο είναι δεδομένες: το καρδιαγγειακά νοσήματα, οι νεοπλασίες, ο διαβήτης, η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, η νόσος Αλτσχάιμερ, οι επιπτώσεις από τη χρόνια χρήση αλκοόλ και άλλων ουσιών και τα ατυχήματα. Γνωρίζουμε επίσης τις συνθήκες και τις συμπεριφορές που τα επιτείνουν: το κάπνισμα, η κακή διατροφή, η παχυσαρκία, το αλκοόλ, η απουσία σωματικής άσκησης, οι παράτολμες συμπεριφορές, η μόλυνση του περιβάλλοντος.

Ομως, παρότι συχνά θεωρούμε τις συμπεριφορές που σχετίζονται με την υγεία ατομική υπόθεση, τα στοιχεία δείχνουν ότι ακόμη και οι ατομικές συμπεριφορές σχετίζονται με την κοινωνική θέση. Οσο πιο χαμηλά πηγαίνουμε στην κοινωνική ιεραρχία τόσο πιο πιθανό είναι να συναντήσουμε το κάπνισμα, την κακή διατροφή, την παχυσαρκία, την κατάχρηση ουσιών. «Οσο πιο μικρό νούμερο το ρούχο, τόσο πιο μεγάλο το διαμέρισμα», ήταν μια φράση που συσχέτιζε τη σχέση παχυσαρκίας και κοινωνικής τάξης στη Νέα Υόρκη πριν από μερικά χρόνια.

 

Το πρόβλημα των ΗΠΑ

Ολα αυτά σχετίζονται και με τη δυνατότητα πρόσβασης στα συστήματα υγείας. Οι ΗΠΑ είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μια χώρα με τεράστιες δαπάνες για υπηρεσίες και προϊόντα υγείας στον κόσμο έχει ταυτόχρονα και πολύ μεγάλες ανισότητες στην πρόσβαση στην υγεία και πραγματικά προβλήματα στην πλήρη ετοιμότητα για έκτακτες καταστάσεις, όπως αποδεικνύουν π.χ. τα προβλήματα στον σχεδιασμό για την αντιμετώπιση του νέου κορωνοϊού. Και αυτό δεν περιορίζεται απλώς σε ελλείμματα στην πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να μην έχουν ομοσπονδιακή πρόβλεψη για άδεια ασθενείας μετ’ αποδοχών, την ώρα που το απλούστερο μέτρο για την πρόληψη της διασποράς της νέας επιδημίας είναι να μπορεί κάποιος να μένει στο σπίτι, εάν εμφανίσει συμπτώματα που παραπέμπουν σε ίωση.

Ομως δεν είναι μόνο η άνιση πρόσβαση που επιβαρύνει. Καθεαυτή η κοινωνική ανισότητα έχει αρνητική επίπτωση στην υγεία των ανθρώπων. Ειδικοί όπως ο Ρίτσαρντ Γουίλκινσον και η Κέιτ Πίκετ επιμένουν: όταν μιλάμε για τις αναπτυγμένες ή πλούσιες χώρες, οι δείκτες υγείας δεν έχουν να κάνουν με τον συνολικό πλούτο μιας χώρας ή το μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα. Οι δείκτες υγείας είναι καλύτεροι στις χώρες που έχουν μεγαλύτερη ισότητα, ή, πιο σωστά, μικρότερη ανισότητα.

Το στοιχείο αυτό έχει να κάνει με τον τρόπο που επενεργεί στην υγεία μας το κοινωνικοοικονομικό στρες, το οποίο είναι πιο μεγάλο όσο μεγαλύτερη είναι η ανισότητα σε μια κοινωνία. Και παρότι στον βραχύ χρόνο το στρες μπορεί να είναι μηχανισμός κινητοποίησης των κυκλοφοριακών, νευρικών και ανοσοποιητικών συστημάτων, όταν γίνεται μια παρατεταμένη και χρόνια συνθήκη τότε τα προβλήματα για την υγεία είναι μεγάλα. Και όλες οι έρευνες δείχνουν ότι τα ποσοστά του άγχους στις αναπτυγμένες κοινωνίες έχουν αυξηθεί. Μάλιστα, το στρες είναι μεγαλύτερο όσο πιο χαμηλά είναι κάποιος στην ιεραρχία. Οπως διαπίστωσαν με έκπληξη αρχικά μερικές δεκαετίες πριν ερευνητές όπως ο Ρίτσαρντ Γουίλκινσον ή ο Μάικλ Μάρμοτ, το στρες δεν επιβάρυνε τόσο τα «στελέχη», μια διαδεδομένη κάποτε άποψη, αλλά τους «από κάτω».

Η σημασία των κοινωνικών πλευρών έχει μετρηθεί με διάφορους τρόπους. Μελετώντας τους ιάπωνες μετανάστες στις ΗΠΑ ο Μάρμοτ διαπίστωσε ότι η υιοθέτηση πλευρών των αμερικανικών διατροφικών πρακτικών σήμαινε ότι είχαν μεγαλύτερα ποσοστά καρδιοπαθειών. Ομως, αυτοί ανάμεσά τους που διατήρησαν στοιχεία των συνεκτικών κοινωνικών σχέσεων που χαρακτηρίζουν την ιαπωνική κουλτούρα, που σήμαινε και μικρότερο στρες, είχαν μικρότερα ποσοστά καρδιοπαθειών από αυτούς που είχαν υιοθετήσει περισσότερο «αμερικανικές» κοινωνικές πρακτικές.

Οι κοινωνικοί καθορισμοί στην υγεία δεν περιορίζονται μόνο στην άνιση πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας ή στα κοινωνικά αίτια επικίνδυνων για την υγεία συμπεριφορών. Οι κοινωνίες μας, που γίνονται όλο και πιο άνισες όσο περνούν τα χρόνια, ακόμη και εάν τυπικά γίνονται παράλληλα και πιο «αναπτυγμένες», είναι κοινωνίες που διαμορφώνουν συνθήκες για μεγαλύτερη επιδείνωση των δεικτών υγείας, ακριβώς επειδή είναι πιο άνισες και άδικες.

Η ανισότητα σκοτώνει πρόωρα

Η απότομη μείωση του προσδόκιμου ζωής στη Ρωσία στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και η αύξηση της θνησιμότητας είχε αποδοθεί στις επιπτώσεις από τη μετάβαση στον καπιταλισμό με όρους «θεραπείας σοκ». Αντίθετα, στις ανεπτυγμένες χώρες η τάση παρέμεινε αυξητική. Ομως πρόσφατη έρευνα για τις ανισότητες στην υγεία, υπό τον συντονισμό του Μάικλ Μάρμοτ, έδειξε ότι στις πιο φτωχές περιοχές της Αγγλίας τα τελευταία δέκα χρόνια το προσδόκιμο ζωής υποχώρησε.

Γράψτε το σχόλιο σας