Φέτος στους διαδρόμους του οικονομικού φόρουμ του Νταβός, στην Ελβετία, επικρατούσε μια παράξενη ατμόσφαιρα. Κοινή ήταν η αίσθηση ότι για πρώτη φορά, αυτή η συγκέντρωση των πλουσίων και των ισχυρών του κόσμου δεν βρισκόταν μπροστά από τα γεγονότα αλλά πίσω. Χαρακτηριστικό παράδειγμα;

Το ίδιο το κεντρικό θέμα του φόρουμ, που φέτος ήταν η κλιματική αλλαγή και οι ανισότητες. Ορισμένοι από τους συμμετέχοντες παρίσταναν σαν να ανακάλυψαν τώρα ότι η κλιματική αλλαγή είναι γεγονός, ενώ ο γάλλος πρόεδρος Ζακ Σιράκ προειδοποιούσε, ήδη πριν από είκοσι χρόνια, από το ίδιο φόρουμ, ότι «το σπίτι μας καίγεται».

Εννοείται ότι όλοι οι συμμετέχοντες μίλησαν για την ανάγκη να παρθούν γρήγορα αποφάσεις για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Και λίγο μετά αναχώρησαν, οι περισσότεροι, με το ιδιωτικό αεροπλάνο τους, το οποίο ρυπαίνει τρεις φορές περισσότερο τον πλανήτη από ένα συμβατικό μέσο.

Ωστόσο, για να είμαστε δίκαιοι, δεν είναι η πρώτη φορά που παρατηρούμε αυτή την αντίφαση. Πόσοι μιλούν για τη φτώχεια με ένα ποτήρι σαμπάνια στο χέρι;

Από την άλλη πλευρά, θα χρειάζεται πάντα μια τέτοια συνάντηση για να μας θυμίσει ότι ο κόσμος μας δεν είναι και κανένα πρότυπο προς αντιγραφή. Αντιθέτως. Και δεν είναι τυχαίο ότι φέτος στο Νταβός μίλησαν (και) για τις ανισότητες. Γιατί απλά, αυτές είναι που κάποια στιγμή θα μας «πνίξουν». Από τη στιγμή που με βάση τα στοιχεία της παγκόσμιας τράπεζας ο ρυθμός μείωσης της φτώχειας στον πλανήτη έχει επιβραδυνθεί κατά το ήμισυ, είναι απλώς θέμα χρόνου. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει κανείς αν ξεκινήσει κι από την αντίθετη αφετηρία: Το 1% των πλουσίων του πλανήτη κατέχει τον πλούτο που συγκεντρώνει το 90% του παγκόσμιου πληθυσμού και ο πλούτος τους συνεχίζει να αυξάνεται (κατά 7,4% πέρυσι).

Γι’ αυτόν τον λόγο οι 200 πιο πλούσιοι Αμερικανοί (οι γνωστοί «Business round table») ζήτησαν να τους επιβληθεί περισσότερος φόρος: για να μειωθούν αυτές οι τεράστιες αποστάσεις. Γιατί τα έσοδα από τον φόρο μπορούν να διανεμηθούν, πέρα από τους μετόχους, και στους πελάτες τους, στους εργαζομένους στις επιχειρήσεις τους, στους προμηθευτές τους και σε όλη την αλυσίδα. Κι έτσι να μειωθούν κάπως οι διαφορές.

Αυτή ωστόσο είναι μια μεμονωμένη πρωτοβουλία. Και προφανώς δεν λύνει το πρόβλημα. Η συνολική του διευθέτηση απαιτεί πολιτικές αποφάσεις και κατά συνέπεια πολιτική βούληση. Κι εύλογα καταλήγουμε στο ερώτημα: Υπάρχει; Εχει ασχοληθεί – ειδικά η ΕΕ – με τέτοια ζητήματα ποτέ; Αν κρίνουμε με βάση την έως τώρα διαχείριση της τελευταίας κρίσης από μέρους της, όχι. Κι όπως όλα δείχνουν, ούτε πρόκειται.

Γράψτε το σχόλιο σας