Η κυβέρνηση προπαρασκευάζει – διαβάζουμε – έναν νέο εκλογικό νόμο. Καμιά έκπληξη. Ολες σχεδόν οι κυβερνήσεις μετά το 1974 ασχολήθηκαν με το ζήτημα. Πάντα ένας νέος εκλογικός νόμος κυοφορείται. Αυτός ή η απειλή του. Αλλοτε με περίβλημα ιδεολογικό, άλλοτε με επιχείρημα ρεαλισμού.

Ο εκλογικός νόμος «οργανώνει» τους αριθμούς που βγαίνουν από την κάλπη. Τους «διαβάζει» με το κριτήριο που αυτός επιβάλλει, τους «τοποθετεί» ή όχι στα έδρανα της Βουλής. Μέσα από αυτό επιχειρείται να ενταχθεί ως όπλο στην πολιτική σύγκρουση, σύμφωνα με το πολιτικό συμφέρον της στιγμής.

Υπενθυμίζω ότι το 1990 χρειάστηκε να γίνουν τρεις εκλογικές αναμετρήσεις, προκειμένου ο Κ. Μητσοτάκης να σχηματίσει κυβέρνηση με 47% – και αυτή με οριακή στήριξη. Ακραίο και αντιδημοκρατικό. Δεν γνωρίζω τι σχεδιάζει η σημερινή κυβέρνηση και πού θα καταλήξει. Δεν θα ξεφύγει από τον κανόνα. Το συμφέρον της στιγμής.

Θα έπρεπε η εμπειρία να μας έχει κάνει πιο δημιουργικούς, στην κατεύθυνση της κίνησης και της μεταβολής. Απέναντι στη στασιμότητα και την πρόταξη της αναπαραγωγής του λεγόμενου πολιτικού συστήματος.

Είναι αναγκαίο ο εκλογικός νόμος:

Να εξασφαλίζει την αντιπροσώπευση στη Βουλή υπαρκτών ιδεολογικών και πολιτικών νέων ρευμάτων. Το 3% είναι υψηλό. Το 2% θα επέτρεπε καλύτερα αυτήν την αντιπροσώπευση. Ενθαρρύνει πρωτοβουλίες που έχουν κάτι να κομίσουν στον δημόσιο χώρο.

Να δίνει στο πρώτο κόμμα έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στον σχηματισμό κυβέρνησης και την κύρια ευθύνη της διακυβέρνησης.

Να θέτει όριο, όριο υψηλό, στην προοδευτική πριμοδότηση του πρώτου κόμματος, ώστε να καθίσταται η διακυβέρνηση δυνατή, χωρίς το περιορισμένο πιθανόν ποσοστό, ενισχυόμενο μέσω του εκλογικού νόμου, να μετατρέπει μια πολιτική δύναμη, έστω και πρώτη, περιορισμένης επιρροής, σε φορέα παντοδυναμίας.

Πέρα από τον εκλογικό νόμο, η απουσία κουλτούρας συνεννόησης και αποδοχής του αντιπάλου, περιορίζει την αποτελεσματικότητα της πολιτικής λειτουργίας. Αυτή απαιτεί στη Δημοκρατία κατανομή ισχύος, περιορισμό, έλεγχο και συνεργασία.

Ενας εκλογικός νόμος που κάνει ένα μειοψηφικό ρεύμα, έστω και αριθμητικά αισθητό, παντοδύναμο, στη σύντομη διαδρομή από την κάλπη στα έδρανα, υποσκάπτει την πολιτική, της αφαιρεί τη δημιουργικότητα και την καταργεί ως παράγοντα αλλαγής. Την υποβιβάζει σε μηχανισμό συντήρησης ενός κόσμου, που είναι ήδη παλαιός.

O Λευτέρης Κουσούλης είναι πολιτικός επιστήμονας

Γράψτε το σχόλιο σας