Αδιανόητο ενδοκυβερνητικό χάος χθες με τα ΜΟΕ Ελλάδας – Τουρκίας: από το υπουργείο Αμυνας εκπορεύτηκε ότι παγώνουν, μα λίγο μετά αυτό διαψεύστηκε από το γραφείο του Πρωθυπουργού!

Βέβαια, το πάγωμα των ημιθανών πολύχρονων αυτών συζητήσεων είναι το ελάχιστο αυτονόητο έναντι της Αγκυρας. Αν πάντως η πολιτική της κυβέρνησης έναντι της Τουρκίας αποδειχθεί τόσο γνήσια όσο εκείνη για την υπεράσπιση της αριστείας, τότε πυκνά μαύρα σύννεφα σκεπάζουν το Αιγαίο και την Ελλάδα.

Μετά την υπόθεση των διοικητών νοσοκομείων, πλήθος εκ των οποίων προήλθε από τις τάξεις των αποτυχημένων κομματικών, τώρα η υπόθεση του υφυπουργού Εξωτερικών Διαματάρη με το πτυχίο που έλεγε ότι έχει αλλά τελικά δεν έχει από το Columbia, δείχνει ότι η αριστεία δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα φτηνό σύνθημα χωρίς ουσία.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έχει περιθώρια να αφήσει αυτή την ιστορία να σέρνεται, αν θέλει να κρατήσει ζωντανή κάποια ικμάδα ενός βασικού πλεονεκτήματος που υποτίθεται ότι τον διαφοροποιούσε από τον Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ. Οσο το αφήνει, τόσο εμπεδώνεται η πεποίθηση ότι ήταν λόγια χωρίς αξία.

Για να επανέλθουμε όμως στην Τουρκία, αυτή δεν είναι ελληνική κοινή γνώμη να μπορείς να της πουλάς ό,τι θέλεις και μετά να κάνεις το αντίθετο. Εκεί τα πράγματα είναι πολύ πιο σοβαρά.

Και μοιάζει πια να έχουμε εισέλθει σε μια νέα περίοδο λειτουργίας που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «η εποχή τού να», όπως η δεκαετία του ’80 ήταν «η εποχή τού θα». Τότε αυτή η λέξη εξέφραζε την ουσία της κυρίαρχης πολιτικής αντίληψης. Σήμερα, αυτό το κάνει το «να», ιδίως δε στα ελληνοτουρκικά.

Κυβερνητικά στελέχη βομβαρδίζουν νυχθημερόν την επικαιρότητα με συνεχείς δηλώσεις της μορφής «Το ΝΑΤΟ να πάρει θέση», «Η Ευρώπη να αντιδράσει», «Η Τουρκία να σεβαστεί» κ.ο.κ. Τι σημαίνουν όλα αυτά; Μα φυσικά απολύτως τίποτε: σημαίνουν ότι η Ελλάδα το μόνο που ξέρει να κάνει είναι… να εύχεται ότι θα γίνει κάτι, από κάποιους άλλους που θα τη «σώσει». Ως εκεί. Ομως αυτό το κάτι δεν πρόκειται να γίνει: και αυτό είναι το μόνο αληθινό «να» που μπορεί να ειπωθεί σήμερα.

Το πιο εντυπωσιακό σημείο της αντίδρασης της κυβέρνησης έναντι της υπόθεσης με την ΑΟΖ της Λιβύης και της Τουρκίας είναι το τελεσίγραφο που έδωσε το υπουργείο Εξωτερικών στον πρεσβευτή της πρώτης: αν δεν δώσει το κείμενο της συμφωνίας ως την Παρασκευή θα απελαθεί ως persona non grata. Μάλιστα.

Πέραν του ότι είναι λίαν αμφίβολη η ουσιαστική σημασία μιας τέτοιας κίνησης, εγείρει και την έντονη απορία: γιατί η κυβέρνηση βαράει το «σαμάρι»;

Προφανώς επειδή δεν μπορεί να βαρέσει τον «γάιδαρο». Με ποιο σκεπτικό απειλείται με απέλαση μόνον ο πρεσβευτής της Λιβύης και όχι εκείνος της Τουρκίας; Μαζί δεν υπέγραψαν οι χώρες τους τη συμφωνία; Ακριβώς ίδιο δεν είναι αυτό που έκανε και η μία και η άλλη; Πώς εξηγείται ότι ο Τούρκος μένει στο απυρόβλητο και ο Λίβυος πάει προς απέλαση;

Η πρόχειρη και κακοσχεδιασμένη αυτή αντίδραση προδίδει πολλά για την ουσία της κυβερνητικής πολιτικής. Οπως πολλά προδίδει και η ατυχέστατη ανακοίνωση του εκπροσώπου Τύπου του υπουργείου Εξωτερικών ο οποίος κάλεσε την Τουρκία «να σκεφτεί πολύ καλά αν θέλει να βρεθεί στην πλευρά απέναντι από τη διεθνή νομιμότητα».

Πέραν του ότι αυτή η απολύτως άστοχη παραίνεση προκαλεί ρίγη… γέλιου και όχι φόβου στην Αγκυρα, έχει και μια πολύ σοβαρή παρενέργεια. Δηλαδή η Τουρκία τώρα θα βρεθεί απέναντι στη διεθνή νομιμότητα και πρέπει να το σκεφτεί; Οταν επί μισό αιώνα έχει καταλάβει τη μισή Κύπρο, πού είναι; Εντός νομιμότητας; Αραγε οι άνθρωποι κατανοούν τι λένε;

Γράψτε το σχόλιο σας