Η ναυμαχία των Σπετσών, η οποία άρχισε στις 8 Σεπτεμβρίου 1822, ήταν μία από τις σημαντικές νίκες των Ελλήνων κατά την διάρκεια της Επανάστασης.

Παρόλο που οι Έλληνες είχαν λιγότερα πλοία στη διάθεσή τους σε σχέση με τους Τούρκους (84 πλοία οι Τούρκοι, 56 πλοία και 16 πυρπολικά οι Έλληνες), οι επαναστάτες κατάφεραν να κατατροπώσουν τον στόλο του Μεχμέτ Αλί Πασά, τρέποντάς τον σε φυγή.

Καταλυτική για τη νίκη αυτή ήταν η συμβολή τεσσάρων Ελλήνων ναυτικών, του Αντώνιου Κριεζή, του Ανάργυρου Λεμπέση, του Λεονάρδου Θεοδωρή και του Λάζαρου Παναγιώτα. Λόγω κακής συνεννόησης, οι τέσσερις αυτοί άνδρες παράκουσαν τις διαταγές του ναύαρχου Μιαούλη και παρέσυραν τους Τούρκους στην καταστροφή. Ουσιαστικά, η ναυμαχία εκ μέρους της ελληνικής πλευράς ήταν ένας… αυτοσχεδιασμός!

Σημαντικός ήταν και ο ρόλος του Κοσμά Μπαρμπάτση, ο οποίο με το πυρπολικό του πλησίασε την τουρκική ναυαρχίδα και… κατατρόμαξε τους Τούρκους ναυτικούς.

Τα γεγονότα πριν από τη ναυμαχία

Μετά την πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κωνσταντίνο Κανάρη στ’ ανοιχτά της Χίου και τον θάνατο του Καρα Αλή (7 Ιουνίου 1822), ο σουλτάνος ετοίμασε νέες επιχειρήσεις, που θα στηρίζονταν στη στενότερη συνεργασία του τουρκικού με τον αιγυπτιακό στόλο. Στις 20 Ιουλίου 1822 ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος, αποτελούμενος από 84 πλοία, βρέθηκε στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, αφού είχε διαπλεύσει ανενόχλητος το Αιγαίο και το Ιόνιο. Απέτυχε να καταλάβει το Βασιλάδι, το φυσικό προπύργιο του Μεσολογγίου και στη συνέχεια προσπάθησε να ανεφοδιάσει το πολιορκούμενο από τους Έλληνες Ναύπλιο.

Στις 29 Αυγούστου, ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος εθεάθη στη θάλασσα των Κυθήρων και αμέσως σήμανε συναγερμός στα ελληνικά πλοία. Σχηματίστηκε μία γραμμή από την Αντίμηλο έως τη Μονεμβασιά για να εμποδισθεί το πέρασμά του προς τις ανατολικές ακτές της Πελοποννήσου και κυρίως προς τον Αργολικό Κόλπο. Όμως, ο ελληνικός στόλος ήταν ασυντόνιστος, καθώς δεν βρισκόταν υπό ενιαία διοίκηση. Όπως έγραφε ο Μιαούλης προς τους προκρίτους της Ύδρας: «Ημείς είμεθα σε μεγάλη ακαταστασίαν, δεν εικακουόμεθα· το αυτό και οι Ψαριανοί. Είμεθα 50 καράβια, και ποτές δεν εσυμφωνήσαμε να μαζωχτούμε τα μισά, αλλά πότε 5, πότε 10, πότε 3».

Πώς τέσσερις Έλληνες ναυτικοί παράκουσαν τις εντολές του Μιαούλη και παρέσυραν τους Τούρκους στην καταστροφή

Στις 8 Σεπτεμβρίου 1822 η τουρκοαιγυπτιακή αρμάδα φάνηκε στην είσοδο του στενού που χωρίζει τις Σπέτσες από την Ερμιονίδα. Προφανώς, στόχος του εχθρού ήταν πρώτα η προσβολή της νήσου των Σπετσών, που δεσπόζει στο στόμιο του Αργολικού Κόλπου και στη συνέχεια ο ανεφοδιασμός του Ναυπλίου. Ο Ανδρέας Μιαούλης, που είχε αναλάβει την ηγεσία του ελληνικού στόλου, διέταξε τα πλοία να τον ακολουθήσουν μέσα στο στενό, όπου θα ήταν ευκολότερο να συγκρουσθούν με τον εχθρό.

Τέσσερα πλοία, όμως, του Αντώνιου Κριεζή, του Ανάργυρου Λεμπέση, του Λεονάρδου Θεοδωρή και του Λάζαρου Παναγιώτα, μάλλον από κακή συνεννόηση, παράκουσαν και έπλευσαν ανατολικότερα από τα υπόλοιπα ελληνικά πλοία, με συνέπεια να βρεθούν ανάμεσα σε εχθρικά πλοία. Αμέσως, ο Αντώνιος Κριεζής άρχισε να κανονιοβολεί τα εχθρικά πλοία, τα οποία συνέχισαν τον πλου τους. Η ναυμαχία είχε αρχίσει.

Από εκείνο το σημείο η σύγκρουση έγινε χωρίς σχέδιο από την ελληνικά πλευρά, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Μιαούλη. «Έκαστος των πλοιάρχων ενήργει αυτομάτως ό,τι του εφαίνετο σωτηριωδέστερον δια την πατρίδα, και μόνη η γενναιότης και η φιλοπατρία, κοιναί ούσαι εις άπαντας, ωδήγουν έκαστον εις τα κινήσεις του» γράφει ο ιστορικός Αναστάσιος Κ. Ορλάνδος εις τα «Ναυτικά» του.

Αρχικά, ο Πιπίνος προσπάθησε να κολλήσει το πυρπολικό του σ’ ένα αιγυπτιακό πλοίο, αλλά απέτυχε, καθώς 50 μέλη του πληρώματός του πήδηξαν στο πυρπολικό και πρόφτασαν να το ξεκολλήσουν από το πλοίο τους. Δεν πρόφτασαν, όμως, να σώσουν τη ζωή τους, γιατί το πυρπολικό είχε αρπάξει φωτιά. Η απόπειρα του Πιπίνου ανάγκασε τον εχθρικό στόλο να απομακρυνθεί από τη δυτική πλευρά του πορθμού και να συνεχίσει τη ναυμαχία προς την απέναντι πλευρά της Ερμιονίδας.

Ο πυρπολητής Κοσμάς Μπαρμπάτσης

Κι ενώ βράδιαζε και η ναυμαχία συνεχιζόταν αμφίρροπη, ο πυρπολητής Κοσμάς Μπαρμπάτσης όρμησε με το πυρπολικό του κατά της τουρκικής ναυαρχίδας. Το πλήρωμά της με τη θέα του πυρπολικού καταλήφθηκε από πανικό. Άρχισε να πυροβολεί κατά του πυρπολικού και παράλληλα να εκτελεί κινήσεις υποχώρησης. Τη ναυαρχίδα ακολούθησαν σε άτακτη φυγή και τα υπόλοιπα πλοία του τουρκοαιγυπτιακού στόλου.

Η ναυμαχία των Σπετσών είχε κριθεί υπέρ των Ελλήνων.

Η σημασία της νίκης

Τις επόμενες ημέρες, οι δύο στόλοι συνέχισαν τους ελιγμούς τους μεταξύ Ύδρας και Σπετσών. Στις 12 Σεπτεμβρίου ξανασυναντήθηκαν κοντά στη Σπετσοπούλα, αλλά η τρίωρη ναυμαχία δεν έφερε αποτέλεσμα.

Στις 13 Σεπτεμβρίου o Μεχμέτ πασάς έστειλε για τελευταία φορά ένα αυστριακό πλοίο γεμάτο τροφές και πολεμοφόδια για να εφοδιάσει το Ναύπλιο. Ο Μιαούλης έστειλε τότε δύο πλοία τα οποία, ύστερα από ναυμαχία με το εχθρικό πλοίο, το συνέλαβαν. Τρεις ημέρες αργότερα, ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος ανοίχτηκε στο Αιγαίο, εγκαταλείποντας το εγχείρημα ανεφοδιασμού του Ναυπλίου.

Η υποχώρηση του οθωμανικού στόλου σήμανε την ματαίωση των σχεδίων του για την καταστροφή των δύο ελληνικών ναυτικών βάσεων στις Σπέτσες και την Ύδρα και κατέστησε αδύνατο τον ανεφοδιασμό των Τούρκων του Ναυπλίου. Έτσι, λίγους μήνες αργότερα, το Ναύπλιο πέρασε στα χέρια των Ελλήνων αγωνιστών.

O εορτασμός της Αρμάτας

Κάθε χρόνο την πρώτη Κυριακή μετά τις 8 Σεπτεμβρίου γίνεται στο νησί των Σπετσών η αναπαράσταση της ναυμαχίας, όπου κυριαρχεί η πυρπόληση ομοιώματος καραβιού.

Ο εορτασμός της Αρμάτας, όπως ονομάζεται, πλαισιώνεται από αθλητικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις.

Γράψτε το σχόλιο σας