Οι υποψήφιοι των πανελλαδικών εξετάσεων αποτελούσαν διαχρονικά τα «πειραματόζωα» στα χέρια του εκάστοτε υπουργού Παιδείας ο οποίος αντί να είχε ως μέλημά του να ξεκινήσει τις αλλαγές στην εκπαίδευση από τις χαμηλές βαθμίδες, θεωρούσε ως υποχρέωσή του να αφήσει ως παρακαταθήκη ένα νέο εξεταστικό σύστημα, το οποίο θα είχε ημερομηνία λήξης. Μέχρι την έλευση, δηλαδή,  της επόμενης κυβέρνησης.

Λίγες ημέρες μετά την ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής που έφεραν στην επιφάνεια τις στρεβλώσεις ενός εξεταστικού συστήματος το οποίο ναι μεν είναι αδιάβλητο αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί κάθε χρόνο μία σειρά από παράδοξα που «πληγώνουν» το κύρος των ΑΕΙ, επανήλθε η συζήτηση για το βαθμολογικό πλαφόν.

Η εισαγωγή χιλιάδων υποψηφίων με βαθμούς κάτω της βάσης στα πανεπιστημιακά τμήματα, οι νεοεισερχόμενοι φοιτητές στα ΑΕΙ με βαθμούς από 0,8 (υποψήφιοι των ΕΠΑΛ) έως 4 για κάποιους τελειόφοιτους μαθητές των ΓΕΛ, τα 130 και πλέον τμήματα που άνοιξαν τις «πύλες» τους με λιγότερα από 10.000 μόρια, είναι μερικά από τα εντυπωσιακά στοιχεία των πανελλαδικών τα οποία έγιναν αφορμή για πηχυαίους τίτλους στις εφημερίδες.

 

Ράβε ξήλωνε

Το ράβε ξήλωνε των υπουργών Παιδείας με το εξεταστικό σύστημα, οι συνεχείς αλλαγές με τα πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα, τις ανακατατάξεις των τμημάτων στα επιστημονικά πεδία, τις αλλαγές στους συντελεστές βαρύτητας αλλά και στην εξεταστέα ύλη, έφερναν κάθε λίγο και λιγάκι τους μαθητές σε απόγνωση.

Εσχάτως δε, επανήλθε το θέμα της ελάχιστης βάσης εισαγωγής ως προαπαιτούμενο για εισαγωγή στα ΑΕΙ.

 

Η ιστορία του βαθμολογικού πλαφόν και οι κενές θέσεις

Το βαθμολογικό πλαφόν νομοθετήθηκε και εφαρμόστηκε το  2006 επί υπουργίας Μαριέττας Γιαννάκου. Για να εξασφάλιζε κάποιος υποψήφιος μία θέση είτε στα τμήματα των ΤΕΙ είτε σε αυτά των πανεπιστημίων θα έπρεπε να είχε γενικό βαθμό πρόσβασης 10 ή 10.000 μόρια.

Η τότε ηγεσία του υπουργείου Παιδείας είχε αναλάβει την πρωτοβουλία για τη θέσπιση του πλαφόν εξαιτίας των εξαιρετικά χαμηλών βαθμολογίων με τις οποίες έμπαιναν υποψήφιοι σε μία σειρά τμημάτων. Και βέβαια, απορούσε κανείς πως η εισαγωγή σε ξενόγλωσσα τμήματα το 2005 με βαθμό 1,53 στα 20, καθιστούσε τον τρόπο εισαγωγής αξιόπιστο, και τους αποφοίτους τους – για κάποια τουλάχιστον τμήματα – επιτυχημένους επαγγελματίες.

Τα επόμενη χρόνια της εφαρμογής του, οι βάσεις – μόνο σε μία σειρά χαμηλόβαθμων τμημάτων – θέλοντας και μη ανέβηκαν. Ταυτόχρονα όμως, και για όσο διάστημα εφαρμόστηκε το μέτρο, κάθε χρόνο έμεναν χιλιάδες κενές θέσεις. Είναι ενδεικτικό ότι την τετραετία 2006 – 2009 έμειναν 68.000 κενές θέσεις.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, το  2010 η τότε υπουργός Παιδείας Αννα Διαμαντοπούλου, προκρίνοντας ότι το βαθμολογικό όριο δεν είναι το κατάλληλο «φίλτρο» για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση προχώρησε στην κατάργησή του.

 

Τα σενάρια επαναφοράς και το ρίσκο

Η νυν υπουργός Παιδείας Νίκη Κεραμέως έχει εκφραστεί επανειλημμένα υπέρ της επαναφοράς μιας ελάχιστης βάσης εισαγωγής, χωρίς να την έχει προσδιορίσει. Οι απόψεις για τα αποτελέσματα της επαναφοράς του μέτρου διίστανται.

Το ένα «στρατόπεδο» μιλά για επαναφορά στην κανονικότητα, για αναβάθμιση των ΑΕΙ και του επιπέδου των φοιτητών και αποφοίτων τους.

Το άλλο «στρατόπεδο» υπενθυμίζει ότι αν εφαρμοστεί, πολλά περιφερειακά ιδρύματα θα… ερημώσουν λόγω των κενών θέσεων που θα προκύψουν, οι τοπικές κοινωνίες που στηριζόντουσαν σε μεγάλο βαθμό από τους φοιτητές θα πληγούν οικονομικά και οι νέοι που θα αποτύχουν θα στραφούν προς την ιδιωτική εκπαίδευση.

Η αλήθεια, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα βρίσκεται κάπου στη μέση.

 

Τι Παιδεία θέλουμε

Από τη στιγμή που καμία κυβέρνηση δεν κατάφερε μέχρι σήμερα να συμφωνήσει με διακομματικά κριτήρια σε ένα σύστημα το οποίο θα ίσχυσε για τουλάχιστον μία δεκαετία, ο εκάστοτε υπουργός Παιδείας έχει το δικαίωμα για τις δικές του αλλαγές. Ακόμη και αν αυτές δεν αφορούν τη φιλοσοφία του εξεταστικού συστήματος, αλλά τα κριτήρια εισαγωγής στα ΑΕΙ.

 

Ο επαγγελματικός προσανατολισμός και οι ανάγκες της αγοράς

Οι αλλαγές στις πανελλαδικές που γίνονται κάθε φορά με χαρακτηριστική ευκολία δεν συνοδεύονται σχεδόν ποτέ από μία σειρά μέτρων που θα βοηθούσαν τους υποψηφίους να κατασταλάξουν στις σπουδές που θέλουν να ακολουθήσουν.

Ο επαγγελματικός προσανατολισμός αγνοείται, οι μαθητές δεν έχουν καμία ενημέρωση για τις ανάγκες της αγοράς εργασίας και τις μελέτες που γίνονται για τα επόμενα χρόνια, με αποτέλεσμα μία σημαντική μερίδα υποψηφίων να επιλέγει έναν μικρό αριθμό σχολών οι οποίες είτε οδηγούν σε επαγγέλματα με κύρος είτε στην «αγκαλιά» του Δημοσίου.

Την ίδια στιγμή, χιλιάδες υποψήφιοι αγνοούν τόσο τα επαγγελματικά δικαιώματα που έχουν δεκάδες «άγνωστα» ή αλλιώς μη δημοφιλή τμήματα και επικεντρώνονται σε κάποια τα οποία το μόνο που σου εξασφαλίζουν είναι πτυχία συνυφασμένα με την ανεργία.

Και αυτό πρωτίστως, είναι ευθύνη της ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας. Είναι ευθύνη να ενημερώσει τα νέα παιδιά για τα επαγγελματικά δικαιώματα όλων των τμημάτων, για τα προγράμματα σπουδών, ακόμη δε και για τα μεταπτυχιακά προγράμματα τα οποία λειτουργούν στα ΑΕΙ, τα οποία έχουν γίνει αναγκαία για όσους θέλουν να έχουν πρόσθετα εφόδια στην αγορά εργασίας και να ανελιχθούν επαγγελματικά. 

Γράψτε το σχόλιο σας