Μια καθημερινή εφημερίδα ανέστειλε την κυκλοφορία της, μια άλλη, εβδομαδιαία κατά πως ακούγεται, ετοιμάζεται κι αυτή να κλείσει. Δυσάρεστα πράγματα για τη χώρα, χωρίς αμφιβολία. Αλλά και εξελίξεις που πρέπει να προκαλούν προβληματισμό για το πού πάει ο Τύπος και ποιες είναι οι νέες ανάγκες στις οποίες πρέπει να προσαρμοστεί.

Για μια δεκαετία περίπου στην Ελλάδα ζήσαμε μια σχεδόν παρανοϊκή κατάσταση, όπου το βασικό θέμα ήταν τα δημοσιονομικά και μόνο. Η γύρω από το Μνημόνιο συζήτηση βοήθησε πολύ τον Τύπο που βρήκε κοινά έτοιμα: υπήρξαν οι μετριοπαθείς και οι ακραίοι δημοσιογράφοι, οι αισιόδοξοι και οι απαισιόδοξοι, όλοι όμως πορεύτηκαν με βάση το Μνημόνιο και την αξιολόγησή του.

Οταν έπειτα από δημοψηφίσματα και κωλοτούμπες έγινε κατανοητό ότι αυτή η προηγούμενη συζήτηση βασίστηκε κυρίως σε αυταπάτες, ο Τύπος βρήκε ένα νέο πεδίο δράσης: από την υπογραφή της Συνθήκης των Πρεσπών κι έπειτα ξεκίνησε μια προεκλογική εκστρατεία βασισμένη σε πάθη που στην πορεία (και ειδικά μετά την ήττα της κυβέρνησης στις ευρωεκλογές) ξεθύμαναν. Το παιχνίδι των παθών ο Τύπος στην Ελλάδα το αγαπάει – τα πάθη μας του αρέσουν, ενίοτε υπήρξαν και εφημερίδες που τα υποκίνησαν. Το πρόβλημα είναι ότι για την ώρα τουλάχιστον τα πάθη αυτά ξεθύμαναν.

Οι τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις είχαν ως πρώτη συνέπεια την επιστροφή της πολιτικής συζήτησης σε μια νέα βάση. Η οργή, η πώληση μαγικών συνταγών, η αγανάκτηση, η προβολή των τάχα μου πολιτικών λύσεων που οι ξένοι θα χειροκροτούσαν, έχουν αφήσει τη θέση τους σε μια προσπάθεια να ειπωθούν τα πράγματα με το όνομά τους. Εχοντας περάσει ως χώρα τα χειρότερα δεν θέλουμε άλλο πολιτικό παρασκήνιο: τους θέλουμε όλους στο προσκήνιο. Τους επόμενους μήνες ελπίζουμε πως θα ανοίξουν πολλά στόματα, θα ακούσουμε πολλούς να εξηγούν τις θέσεις τους, θα μάθουμε την ατζέντα του μέλλοντός μας.

Ολη η τωρινή μετεκλογική ησυχία θα φέρει όχι μια καταιγίδα ανόητων διχασμών σαν αυτούς που περάσαμε, αλλά αρκετή ανάγκη ενημέρωσης. Η νέα πολιτική ατζέντα δεν θα έχει κραυγές: προβλέπω πολλές συζητήσεις επί της ουσίας. Σε αυτό το πλαίσιο θα υπάρξει και ανάγκη μιας νέου τύπου ενημέρωσης με λιγότερο συναίσθημα και περισσότερη τόλμη. Μαζί με τη σοβαρή πολιτική ανοίγει ο δρόμος και για τη δημοσιογραφία της ευθύνης: ήρθε πιστεύω η ώρα να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους.

Μας πήρε μια δεκαετία για να κατανοήσουμε ότι η συζήτηση για το Μνημόνιο και την ανάγκη του π.χ. ήταν μια συζήτηση άνευ λόγου: αν οι αξιολογήσεις είχαν κλείσει χωρίς να αμφισβητούνται στο Ζάππειο και χωρίς να γίνονται αιτία για δημοψηφίσματα και capital control όλα θα είχαν τελειώσει πιο γρήγορα – με πόνο μεγάλο, αλλά χωρίς τόσο αυτομαστίγωμα. Με το που τελείωσε αυτή η βασισμένη σε ουτοπικά παραληρήματα αντιπαράθεση έχει ξεκινήσει να ακούγεται ο αληθινά πολιτικός λόγος.

 

Σήμερα συζητάμε για την ανάγκη ανάπτυξης, ενώ ακούγονται ονόματα επιχειρηματιών: δεν υπάρχουν γενικότητες, όλα γίνονται διαρκώς και πιο συγκεκριμένα. Υπάρχουν αυτοί που θέλουν π.χ. να προχωρήσει το Ελληνικό κι αυτοί που δεν θέλουν. Μιλάμε επίσης για τα αναχώματα που θα δημιουργήσει στην κυβέρνηση η διαπλοκή χωρίς αυτή να είναι κάτι το αόριστο. Μιλάμε για το νέο πολιτικό παιχνίδι σαν αυτό να είναι μια παρτίδα σκάκι ανάμεσα σε σημαντικούς παίκτες: όποιος το παιχνίδι το κερδίσει θα βάλει στη χώρα τη σφραγίδα του για να επόμενα χρόνια. Αυτό που διαπιστώνω είναι ότι τα στόματα ανοίγουν, το σκηνικό καθαρίζει, η ατζέντα είναι γεμάτη από σοβαρά θέματα. Οτιδήποτε τους επόμενους μήνες θα μας απασχολήσει ως πολιτική επικαιρότητα θα είναι σοβαρό και σημαντικό: το πανεπιστημιακό άσυλο, τα ελληνοτουρκικά, τα πλεονάσματα, η ίδια η ανάπτυξη είναι θέματα που καίνε.

Ο Τύπος πρέπει να βρει το κουράγιο να κάνει τις ερωτήσεις. Αρκετά χάιδεψε εκατέρωθεν παραληρηματικές βεβαιότητες. Η ύπαρξή του θα εξαρτηθεί από την τόλμη του. Ο αναγνώστης αυτή κυρίως περιμένει…