Τη στιγμή που ο Ταγίπ Εντογάν έχει ξεπεράσει κάθε όριο εθνικιστικών ρητορικών εξάρσεων εις βάρος της Ελλάδας, σε συνδυασμό πάντα με σειρά προκλητικών ενεργειών στον στρατιωτικό τομέα (με αθέτηση όλων των συμφωνιών που είχαν συναφθεί), η Αθήνα ακολουθεί μια αναποτελεσματική αντιφατική πολιτική απέναντι στην Τουρκία. Και τούτο φάνηκε ξεκάθαρα την περασμένη εβδομάδα με όσα συνέβησαν στην Ιερουσαλήμ και στην Αττάλεια, κατά τη σύνοδο των 3+1 για τα ενεργειακά σχέδια στην Ανατολική Μεσόγειο και την επόμενη μέρα κατά τη συνάντηση των κ.κ. Κατρούγκαλου και Τσαβούσογλου.

Δύο συναντήσεις, όπου πέρα από όλα τα άλλα, προέκυψε και το μεγάλο αγκάθι της συμμετοχής ή όχι της Τουρκίας στα πολύκροτα αυτά σχέδια. Και εδώ είναι που η ελληνική πλευρά εμφανίστηκε με δύο διαφορετικές γραμμές.

Στη μεν Ιερουσαλήμ η Αθήνα απέκλεισε τη συμμετοχή της Τουρκίας και 24 ώρες αργότερα στην Αττάλεια ο κ. Κατρούγκαλος επιβεβαίωσε προηγούμενη δήλωσή του ότι «δεν μπορεί κάποιος να αποκλείσει από αυτή την περιοχή την Τουρκία».

Το περίεργο μάλιστα είναι ότι στην Ιερουσαλήμ Ελληνες και Κύπριοι εξήραν το γεγονός της στήριξης του αμερικανού υπουργού Εξωτερικών στην πρωτοβουλία της Ελλάδας, της Κύπρου και του Ισραήλ, που απέκλειε τη συμμετοχή της Τουρκίας, ως μήνυμα προς την Αγκυρα για τη στάση της απέναντι στην ΑΟΖ της Κύπρου.

Αγνοώντας έτσι το γεγονός ότι η παρουσία του κ. Πομπέο στην Ιερουσαλήμ είχε κυρίως ως στόχο την πολιτική στήριξη του Μπένιαμιν Νετανιάχου, λίγες ημέρες πριν από τις βουλευτικές εκλογές της 9ης Απριλίου, όπου κινδυνεύει να μην επανεκλεγεί, καθώς έχει κατηγορηθεί για σειρά αδικημάτων διαφθοράς. Και, ως γνωστόν, είναι το «αγαπημένο παιδί» του Ντόναλντ Τραμπ, καθότι εξίσου ακραίος με αυτόν.

Ενώ παράλληλα φυσικό είναι η Ουάσιγκτον να στηρίζει την επιλογή του αγωγού East Med ως αντιστάθμισμα των αγωγών ρωσικής επιρροής της Βόρειας και της Κεντρικής Ευρώπης.

Πέρα όμως από όλα αυτά, το γεγονός είναι ότι, είτε μας αρέσει είτε όχι, όντως η Τουρκία διαθέτει τη μεγαλύτερη έκταση ακτογραμμής στο βόρειο τμήμα της Ανατολικής Μεσογείου, πράγμα που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Πρέπει όμως και η ίδια να αντιληφθεί ότι δεν μπορεί να επιβάλει τις απόψεις της προχωρώντας σε μονομερείς ενέργειες, παραβιάζοντας το Διεθνές Δίκαιο στην εξαιρετικά ευαίσθητη αυτή περιοχή.

Αν μάλιστα αποδειχθεί οριστικά ότι η περιοχή αυτή έχει πλούσια κοιτάσματα υδρογονανθράκων, τότε υπάρχει ένα ευρύτερο κοινό συμφέρον να γίνει μια σοβαρή προσπάθεια για την οριοθέτηση των επιμέρους ΑΟΖ, ώστε να επωφεληθούν όλοι από αυτόν τον πλούτο, με βάση πάντα τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου. Ισως μάλιστα η προσδοκία από τα ενεργειακά κέρδη της περιοχής να μπορεί να συμβάλει και στη λύση του Κυπριακού, αντί να αποτελεί, μία ακόμη αιτία διαμάχης, όπως συμβαίνει τώρα.