Την περασμένη Τρίτη 22 Ιανουαρίου συμπληρώθηκαν 189 χρόνια από τότε που η Ελλάδα ανακηρύχθηκε επίσημα ανεξάρτητο κράτος σύμφωνα με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου. Μια Ελλαδίτσα τόση δα, χωρίς την Κρήτη, τα Δωδεκάνησα,  τα Επτάνησα, με τα βόρεια σύνορά της να φτάνουν μέχρι τη συνοριακή γραμμή που όριζαν οι ποταμοί Αχελώος και Σπερχειός. Αρχικά με κυβερνήτη τον Ιωάννη Καποδίστρια και, στη συνέχεια, με έναν 17χρονο βαυαρό βασιλιά ντυμένο με φουστανέλα, αμήχανο απέναντι σε έναν λαό που ακόμη και στον δρόμο προς την ανεξαρτησία του πορεύτηκε πολεμώντας με το ένα χέρι τον κατακτητή και με το άλλο, τον αδελφό, τον γείτονα, τον φίλο, τον κοντοχωριανό.

Από τότε η μπέμπα μεγάλωσε, ως προς το εδαφικό της μπόι έγινε διπλή αλλά δεν κατόρθωσε να ξεπεράσει τις παιδικές ασθένειές της. Ποιές παιδικές; Περί κληρονομικών πρόκειται. Και όχι με την έννοια του «εθνικού DNA» στο οποίο βεβαίως και δεν πιστεύω. Ωστόσο, ο λαός που έχει την παγκόσμια πατέντα του εμφυλίου πολέμου (ο πρώτος που καταγράφηκε στην Ιστορία είναι αυτός της Κέρκυρας κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου) μοιάζει να επιβιώνει μέσα από τις συγκρούσεις και τους διχασμούς του. Σαν κύτταρο που, για να πολλαπλασιαστεί, πρέπει να διαιρεθεί. Οπως το λέει ο Μάνος Ελευθερίου στο μελοποιημένο από τον Μίκη Θεοδωράκη ποίημα του «Στον άγνωστο ποιητή»: «Κρατούμενοι και κρατούντες, δέροντες και δερόμενοι, διατάζοντες και διατασσόμενοι, τρομοκρατούντες και τρομοκρατούμενοι, κατέχοντες και κατεχόμενοι, διηρημένοι οι Ελληνες».

Αυτό είναι, δεν έχουμε άλλο, ας το πάρουμε απόφαση. Στην πραγματικότητα πρόκειται για προβολή των εσωτερικών μας αντιθέσεων και αντιφάσεων. Πώς το λέει ο Ελύτης; «Ομορφη και παράξενη πατρίδα ωσάν αυτή που μου ‘λαχε δεν είδα (…) Μπαίνει σε ένα βαρκάκι, πιάνει ωκεανούς / ξεσηκωμούς γυρεύει, θέλει τύραννους / πέντε μεγάλους βγάνει, πάνω τους βαρεί / να λείψουν απ’ τη μέση, τους δοξολογεί».

Πώς το τραγουδά ο Σάββόπουλος στη «Μικρή Ελλάδα»; «Ελλη λέω, Ελλη λέω κάνε μου την ένεση, δεν μπορώ τα δυό σου λάμδα, θάνατος και γένεση». Πώς το περιγράφει ο Καραγάτσης στο «Αίμα χαμένο και κερδισμένο»;  «Ελληνας είναι ο αλλόοτος αυτός άνθρωπος που με το ίδιο πάθος μπορεί να σκοτώσει και να σκοτωθεί σήμερα για ένα υψηλό ιδανικό, αύριο για ένα αλόγιστο πείσμα και μεθαύριο για ένα ευτελές συμφέρον». Ελλάς του ονείρου και του εφιάλτη. Η χώρα των παράλληλων μονολόγων – του Σεφέρη. Το πανέμορφο σκηνικό με την κάκιστη παράσταση – του Τσαρούχη.

Και όπως σκεφτόμουν αυτά τα μελαγχολικά, βλέπω ζωντανή μετάδοση από το χωριό του Τσιτσιπά. Κατάμεστο το καφενείο από ηλικιωμένους με μαγκούρες και τα παράταιρα ρούχα αυτής της ηλικίας τους. Να παρακολουθούν αφοσιωμένοι στην τηλεόραση το «παιδί»τους, σε αυτό το ακατάληπτο για τους ίδιους αγώνισμα. Πίνοντας ελληνικό καφέ και πορτοκαλάδα μπλε. Και λέω, ναι, υπάρχει ελπίς. Η σιωπηλή ποίηση αυτής της σκηνής μου θύμισε τον λόγο του Ελύτη όταν βραβεύτηκε με το Νόμπελ. Τότε που είπε ότι κατά τη διάρκεια 25 αιώνων, δεν υπήρξε ούτε ένας που να μη γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα.

 

* από το «Γεννήθηκα στη Σαλονίκη» του Σαββόπουλου