Η Δημοκρατία δεν εκδικείται. Τιμωρεί τους εχθρούς της αλλά δεν εκδικείται, γι’ αυτό και είναι το δικαιότερο πολίτευμα.

Στην περίπτωση της Χούντας των Συνταγματαρχών ο Κωνσταντίνος Καραμανλής όταν είχε ερωτηθεί αν θα αποφυλακιστούν οι υπαίτιοι του πραξικοπήματος είχε πει «όταν λέμε ισόβια, εννοούμε ισόβια».

Ηταν μια φράση που σημάδεψε τη Μεταπολίτευση και τηρήθηκε όσο καμιά άλλη δέσμευση. Η θανατική ποινή των πραξικοπηματιών μετατράπηκε σε ισόβια γιατί ακριβώς η Δημοκρατία δεν εκδικείται ακόμη κι εκείνους που ποτέ δε μετάνιωσαν για τις πράξεις τους.

Το ίδιο μπορεί κανείς να πει και για την περίπτωση του Δημήτρη Κουφοντίνα ο οποίος αποδεδειγμένα έχει σκοτώσει 11 ανθρώπους, έχει καταδικαστεί 11 φορές σε ισόβια και το κυριότερο, δεν έχει μετανιώσει ποτέ για τις πράξεις του.

Το να παίρνει άδειες κάποιος, έστω και ο «φαρμακοχέρης» της «17 Νοέμβρη» είναι εντός των δημοκρατικών πλαισίων, ακόμη κι αν με τις πράξεις τους πλήγωσε τη Δημοκρατία και δεν πιστεύει σ’ αυτήν.

Το δικαιϊκό σύστημα, ευτυχώς, επιτρέπει να αντιμετωπίζονται οι φυλακισμένοι με ανθρωπιά και να μη γινόμαστε όλοι ίδιοι… απάνθρωποι.

Τι γίνεται, όμως, όταν οι δολοφόνοι όπως ο Κουφοντίνας παραμένουν αμετανόητοι; Τι γίνεται αν ο νεκρός Αξαρλιάν αντιμετωπίζεται ως… παράπλευρη απώλεια μιας ενέργειας κατά του κράτους;

Πώς μπορεί να αντιδράσει κανείς όταν ο «Λουκάς» της «17Ν» παίρνει άδειες, πολύ συχνά πλέον και πηγαίνει βόλτα στους δρόμους που κάποτε έσπερνε το θάνατο με το πιστόλι του;

Πήγε στο κέντρο της Αθήνας, εκεί όπου δολοφόνησε τον Αξαρλιάν, τον Βρανόπουλο, τον Παύλο Μπακογιάννη. Φυσικά και είναι ελεύθερος να πάει όπου θέλει εφόσον του το επιτρέπουν οι αρχές.

Όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις δεν θα έπρεπε να λειτουργεί και το αίσθημα της ντροπής; Δεν θα έπρεπε να γνωρίζει και ο ίδιος ο Κουφοντίντας ότι θα προκαλέσει αντιδράσεις με την κίνηση αυτή;

Ή πρόκειται για σκόπιμη ενέργεια ακριβώς για να προκαλέσει;

Ο,τι κι αν συμβαίνει ασφαλώς η εικόνα ξένισε, δημιούργησε αρνητικά συναισθήματα, κυρίως οργή στις οικογένειες των νεκρών της τρομοκρατικής οργάνωσης και προσωπικά του «Φαρμακοχέρη».

Εκείνο, όμως, που κατά τη γνώμη μου είναι ανησυχητικό είναι ο λεγόμενος «μιθριδατισμός» της ελληνικής κοινωνίας. Είτε σκόπιμα, είτε όχι ο κόσμος εθίζεται με εικόνες που δεν θα έπρεπε.

Βλέπουμε τον Κουφοντίνα να παίρνει άδεια μία φορά και να τον αποθεώνουν οι οπαδοί του κι εξοργιζόμαστε. Τη δεύτερη, την τρίτη, την πέμπτη φορά απλά παρακολουθούμε σαν κάτι φυσιολογικό.

Τον βλέπουμε να κάνει βόλτα στους δρόμους του αίματος και μας φαίνεται σα να είναι ένα συνηθισμένο γεγονός. Θα αντιδρούσαμε άραγε με τον ίδιο τρόπο αν βλέπαμε έναν ποινικό, έναν δολοφόνο που σκότωσε πέντε – έξι και κυκλοφορεί ελεύθερος συνοδεία των μπράβων του;

Σκάει μια βόμβα στο κέντρο της Αθήνας, στο Κολωνάκι, έξω από μια εκκλησία και είναι σαν να μη συμβαίνει τίποτε.

Η ελληνική κοινωνία έχει εθιστεί με τη βία, με το καθημερινό μπάχαλο, με τις μολότοφ, με τους παλαιούς και νέους τρομοκράτες.

Εχει συνηθίσει να βλέπει εικόνες τρόμου, δολοφονίες, βασανισμούς ηλικιωμένων, νεκρά παιδιά κι έτσι ακόμη και μια τρομοκρατική ενέργεια, στον Σκάι, στο Κολωνάκι, σε βάρος κάποιου δικαστή, είναι απλά μια εικόνα στην τηλεόραση που την ξεχνάμε την επόμενη ημέρα.

Πιο ανησυχητικό κι από το ίδιο το γεγονός είναι ακριβώς ο μιθριδατισμός της κοινωνίας. Κανείς δε λέει ότι σε μια ευνομούμενη χώρα δεν πρέπει να έχουν δικαιώματα και οι τρομοκράτες, έστω κι αν τα ίδια δικαιώματα δεν είχαν τα θύματά τους.

Όμως, είναι τουλάχιστον αδιανόητο το επίσημο κράτος, η κυβέρνηση στην προκειμένη περίπτωση, και ο ίδιος ο θύτης, ο Κουφοντίνας, να παίζουν το παιχνίδι του εθισμού των πολιτών προκειμένου όλα μετά να φαίνονται φυσιολογικά.

Όμως, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ έχει ιστορία στο… σπορ. Γι’ αυτήν ήταν φυσιολογικό ότι ήθελε να χρεοκοπήσει τη χώρα και να τη βγάλει από το ευρώ.

Φυσιολογικό και το δημοψήφισμα του «όχι» που έγινε «ναι». Φυσιολογικές οι πολιτικές της κωλοτούμπες, φυσιολογικός μέχρι και ο Καμμένος ως υπουργός Αμυνας και ο Πολάκης ως υπουργός Υγείας σε ρόλο… Ιαβέρη.

Γράψτε το σχόλιό σας