Στις 17 Δεκεμβρίου, κάθε χρόνο, η Ζάκυνθος, το στολίδι των Επτανήσων, γιορτάζει τη μνήμη του αγίου Διονυσίου. Με τη δεύτερη πανήγυριν των Ζακυνθινών για τον προστάτη του νησιού τους (η πρώτη λαμβάνει χώρα το καλοκαίρι, στις 24 Αυγούστου, σχετίζεται δε με τη μετακομιδή του ιερού σκηνώματος του αγίου από τις Στροφάδες στη Ζάκυνθο, το 1717) τιμάται η μνήμη της κοιμήσεως του αγίου, που συνέβη το 1622.

Πέραν των μεγαλοπρεπών τελετών και ακολουθιών που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το χαρακτηριστικό μουσικό εκκλησιαστικό ιδίωμα της Ζακύνθου, με τη συμμετοχή πολλών αρχιερέων, του συνόλου των ιερέων και χιλιάδων πιστών, κορυφαίες εκδηλώσεις αποτελούν οι λιτανεύσεις του ιερού λειψάνου στην πόλη της Ζακύνθου (το πρωί της 17ης Δεκεμβρίου και το απόγευμα της 24ης Αυγούστου).

Σύμφωνα με πληροφορίες που αντλούμε από το διαδικτυακό τόπο της Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου, ο ιεράρχης Διονύσιος (Διονύσιος Σιγούρος) αναπαύτηκε στους κόλπους του Θεού στις 17 Δεκεμβρίου 1622, όπως αποδεικνύεται από επίσημο έγγραφο της εποχής.

Η υγεία του φημισμένου για τις αρετές του πρώην ιεράρχη της Αίγινας είχε ήδη κλονιστεί σοβαρά από την άνοιξη του 1622. Τα γηρατειά, η ασκητική ζωή και, προπάντων, οι αρρώστιες είχαν προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον οργανισμό του ερημίτη της μονής της Αναφωνήτριας. Ο ιεράρχης ήταν πλέον υποχρεωμένος να παραμένει στο κελί του, άρρωστος και αδύναμος, επιχειρώντας να διεκπεραιώσει τις διοικητικές υποθέσεις της μονής.

Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε έως τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, αλλά το φθινόπωρο η κατάσταση της υγείας του ιεράρχη επιδεινώθηκε έτι περαιτέρω, γεγονός που τον υποχρέωσε να εγκαταλείψει την Αναφωνήτρια και να εγκατασταθεί, βαριά άρρωστος, στο σπίτι της αδελφής του (οικία Μακρή), στην πόλη της Ζακύνθου.

Λίγο πριν από την κοίμησή του, ο ιεράρχης Διονύσιος ζήτησε να ταφεί στις Στροφάδες. Πληροφορίες για όσα συνέβησαν τότε μας προσφέρει η μαρτυρία του ιστοριοδίφη Λ. Ζώη: «Δι’ επισήμου και επιβλητικωτάτης κηδείας, εκ της οικίας του Ιωάννου Μακρή, όπου απέθανεν ο Ιεράρχης, μετεκομίσθη το Λείψανον κατ’ ευθείαν εις την αποβάθραν, εκείθεν δε επεβιβάσθη εις τίνα φρεγάδαν. Μεταξύ του παρακολουθούντος την κηδείαν πλήθους, παρευρίσκοντο και οι Λουκάς Καρρέρ, Ιωάννης Ρουκάνης […], οι οποίοι πάντες, κληθέντες υπό της εξουσίας, εβεβαίωσαν ότι κατά την 18 Δεκεμβρίου ο νεκρός του Αρχιεπισκόπου Σιγούρου μετεκομίσθη εκ της οικίας Μακρή εις την παραλίαν μετά και δύο κιβωτίων, ότι επεβιβάσθη εις φρεγάδαν, ότι άπασαν την περιουσίαν του ο Ιεράρχης κατέλιπεν εις την Μονήν Στροφάδων και ότι ουδέν είχε κληροδοτήσει εις την Μονήν Αναφωνήτριας».

Κατά τα φαινόμενα, στα δύο κιβώτια που μεταφέρθηκαν μαζί με το λείψανο στη φρεγάδα πρέπει να βρισκόταν η εκκλησιαστική κληρονομιά του αγίου Διονυσίου στο μοναστήρι των Στροφάδων, δηλαδή εκκλησιαστικά σκεύη, αφιερώματα, ευαγγέλια, άμφια, βιβλία και χειρόγραφα.

Το λείψανο ετάφη στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου των Στροφάδων. Ύστερα από κάμποσα χρόνια έγινε η ανακομιδή, σύμφωνα με τη μοναστηριακή τάξη, και το λείψανο βρέθηκε άθικτο. Τίποτα δεν είχε αλλάξει σε αυτό από την ημέρα του ενταφιασμού. Από τότε, ένα θείο άρωμα, σαν παραδείσιο μύρο, ξεχύνεται από το λείψανο του Διονυσίου Σιγούρου. Κάτι σαν άρωμα μοσχολίβανου, συνταιριασμένο, θαρρείς, με άρωμα και τριαντάφυλλου και γιασεμιού και χιλίων άλλων λουλουδιών.

Οι μοναχοί δόξασαν το Θεό και μετέφεραν το λείψανο στο νάρθηκα της εκκλησίας της Μεταμορφώσεως του Σωτήρα.

Όταν άρχισε ο ενετοτουρκικός πόλεμος για την Κρήτη, οι μοναχοί των Στροφάδων, από φόβο ενδεχόμενης απόβασης αλλοθρήσκων στο μοναστήρι τους, μετέφεραν το λείψανο στη Ζάκυνθο, στην εκκλησία της Παναγίας του Καλητέρου (μετόχι των Στροφάδων). Όταν έληξε ο πόλεμος, οι μοναχοί επέστρεψαν στις Στροφάδες, παίρνοντας μαζί τους το λείψανο και τα πολύτιμα αντικείμενα που είχαν φέρει μαζί τους στη Ζάκυνθο. Το λείψανο του ιεράρχη τοποθετήθηκε από τους μοναχούς όρθιο στον επισκοπικό θρόνο της εκκλησίας της Μεταμορφώσεως του Σωτήρα.

 

Στα τέλη του 17ου ή στις αρχές του 18ου αιώνα οι μοναχοί των Στροφάδων άρχισαν να δραστηριοποιούνται, προκειμένου να ανακηρυχθεί άγιος ο ιεράρχης Διονύσιος. Έτσι, αφού συγκεντρώθηκαν τα έξοδα του ταξιδιού, με συνεισφορά της μονής των Στροφάδων, συγγενών και συμπολιτών του ιεράρχη Διονυσίου, στάλθηκαν στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως αρμόδια πρόσωπα, κομίζοντας πολυσέλιδη αναφορά της Εκκλησίας και της Κοινότητας Ζακύνθου, όπου γινόταν λόγος για τη ζωή και τα θαύματα του Διονυσίου Σιγούρου.

Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γαβριήλ, με συνοδική έκθεση, ήταν εκείνος που συγκαταρίθμησε επίσημα τον ιεράρχη Διονύσιο στο εκκλησιαστικό αγιολόγιο.