Σε επιφυλακή βρίσκονται εδώ και χρόνια οι επιστήμονες που ασχολούνται με τους σεισμούς. Μπορεί σποραδικά να γίνονται κάποιοι μεγάλοι σεισμοί, όπως αυτός της Ζακύνθου (6,4 Ρίχτερ) ή της Κεφαλονιάς (6,1 Ρίχτερ το 2014) ή της Λέσβου (6,1 βαθμοί) και της Λευκάδας (6 Ρίχτερ), ωστόσο, έχουν περάσει περισσότερα από 120 χρόνια από τότε που έγιναν οι μεγάλοι σεισμοί των 7 και 7,2 Ρίχτερ στο ρήγμα της Αταλάντης στον Ευβοϊκό κόλπο.
Πάνω από 35 χρόνια έχει να ξυπνήσει το ρήγμα των Αλκυονίδων στον Κορινθιακό που είχε δώσει το 1981, 6,7 Ρίχτερ.

Στα 6,5 Ρίχτερ ήταν ο σεισμός στην Ανδραβίδα ενώ μόλις 6,9 ήταν ο φονικός σεισμός της Πάρνηθας το 1999.

Μεγάλοι σεισμοί δεν έχουν γίνει πολλοί, γι’ αυτό και οι σεισμολόγοι κάνουν συνεχώς μετρήσεις για να δουν την εκτόνωση της σεισμικής ενέργειας και πότε θα μπορούσε να γίνει αυτή. Το 2015 η Λευκάδα υπέστη μεγάλες ζημιές από τον σεισμό των 6,1 Ρίχτερ. Ηταν τότε που ενεργοποιήθηκε το μεγάλο αυτό ρήγμα της Λευκάδας το οποίο φτάνει μέχρι το Ληξούρι και είναι αυτό που δίνει σεισμούς και στην Κεφαλονιά.

Ολόκληρη η περιοχή έχει δεκάδες ρήγματα ενώ μόνο στην Κεφαλονιά έχουν χαρτογραφηθεί 30 ρήγματα τα περισσότερα από τα οποία είναι ενεργά. Στα σπουδαιότερα συγκαταλέγονται το ρήγμα που προκάλεσε τους σεισμούς του 1953 και το ρήγμα του Αίνου το οποίο έχει δώσει σεισμό μέχρι και 6,9 Ρίχτερ. Η Κεφαλονιά έχει μια ιδιομορφία μαζί με τη Ζάκυνθο. Εχει την υψηλότερη σεισμικότητα στην Ελλάδα και αυτό οφείλεται στο ότι βρίσκεται πάνω στο άκρο της Ευρώπης με την αφρικανική πλάκα. Το γεγονός αυτό προκαλεί μεγάλη παραμόρφωση στον χώρο και μάλιστα παραμόρφωση η οποία είναι ορατή σε κάθε περιοχή του νησιού. Τα τεράστια ρήγματά της είναι αποτυπωμένα παντού: Εχουν δημιουργήσει λιμνοθάλασσες, το ψηλό βουνό του Αίνου, τον κόλπο του Μύρτου και άλλες περιοχές ιδιαίτερου φυσικού κάλλους.

Στο Αιγαίο τι γίνεται;

Ο βυθός του Αιγαίου ανάμεσα στη Σαντορίνη και στην Αμοργό κρύβει συνολικά πέντε μεγάλα ρήγματα μήκους άνω των 20 χιλιομέτρων το καθένα, τα οποία μπορούν να δώσουν σεισμούς μεγέθους 6,5 έως 7,3 βαθμών. Υπάρχουν επίσης τουλάχιστον 20 υποθαλάσσια ηφαίστεια, αλλά μόνο ο Κολούμπος κοντά στη Σαντορίνη φαίνεται να είναι ενεργός.

Αυτό προκύπτει από νέες έρευνες ξένων και Ελλήνων γεω-επιστημόνωνστην περιοχή, όπως δήλωσε πριν μερικούς μήνες στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων η επίκουρη καθηγήτρια του Τμήματος Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αθηνών Παρασκευή Νομικού, βασικό μέλος της ερευνητικής ομάδας.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ερευνητών, εκτός από το ρήγμα της Αμοργού που «έδρασε» πριν περίπου 60 χρόνια και το οποίο χρειάζεται κάποιους αιώνες για να ξαναενεργοποιηθεί, τα υπόλοιπα ρήγματα μπορούν να δώσουν σεισμό, χωρίς όμως να είναι δυνατό να προσδιορισθεί χρονικά αν αυτός θα συμβεί σε μερικά χρόνια ή σε δεκάδες χρόνια.

Όσον αφορά τον κίνδυνο ενός μελλοντικού τσουνάμι, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η περιοχή έχει το σεισμικό δυναμικό που χρειάζεται (μέγεθος σεισμού περίπου 7), καθώς και πολλά απότομα ασταθή πρανή με μεγάλες μορφολογικές κλίσεις κατά μήκος των ρηξιγενών υποθαλάσσιων κρημνών, που μπορούν να δώσουν τσουνάμι, εφόσον ενεργοποιηθούν, όπως έγινε το 1956 με το μεγαλύτερο τσουνάμι του 20ου αιώνα στη Μεσόγειο.

Είχε προηγηθεί ο σεισμός του 1956, που προκάλεσε 53 θανάτους και πολλές καταστροφές στο νησί της Σαντορίνης και στη συνέχεια δημιουργήθηκε ένα τσουνάμι που είχε ύψος κύματος έως 30 μέτρων στην Αμοργό, 20 μέτρων στην Αστυπάλαια και δέκα μέτρων στη Φολέγανδρο.

Στην περιοχή αυτή του Αιγαίου υπάρχουν αρκετά υποθαλάσσια ηφαίστειαεκτός από το γνωστό Κολούμπο κοντά στη Σαντορίνη. Συγκεκριμένα, έχουν εντοπισθεί περίπου 23 υποθαλάσσιοι ηφαιστειακοί κώνοι ευθυγραμμισμένοι στα βορειοανατολικά του Κολούμπου.

Είναι όμως πολύ μικρότεροι και οι κορυφές τους βρίσκονται πολύ βαθύτερα, έτσι ώστε δεν φαίνεται να υπάρχει πρόσθετος ηφαιστειακός κίνδυνος. Σύμφωνα με τα έως τώρα στοιχεία των επιστημόνων, η ηφαιστειακή δραστηριότητα περιορίζεται στον τομέα του Κολούμπου και δεν συνεχίζεται προς τους τομείς της Ανύδρου και της Αμοργού.

Μια προϊστορία 3 έως 4 εκατομμυρίων ετών

Η ενεργοποίηση των ρηγμάτων στην τεκτονική ζώνη Σαντορίνης – Αμοργού και η έναρξη καταβύθισης της περιοχής άρχισε πριν από τρία έως τέσσερα εκατομμύρια χρόνια και έκτοτε συνεχίζεται με την επέκταση και τη βάθυνσή της.

Οι επιστήμονες επιδιώκουν να χαρτογραφούν με μεγάλη λεπτομέρεια τα υποθαλάσσια ρήγματα, προκειμένου να γνωρίζουν το δυναμικό τους και το μέγεθος του σεισμού που μπορούν να δώσουν. Μέχρι σήμερα ο βυθός της περιοχής ανατολικά της Σαντορίνης μελετήθηκε με το πλοίο «Αιγαίο» το 2001 και το 2006, ενώ νότια της Αμοργού χαρτογραφήθηκε από το αμερικανικό πλοίο «Marcus Langseth» το 2015. Σχετική σεισμική έρευνα είχε γίνει από το γερμανικό πλοίο «Poseidon» το 2006.

Οι ερευνητές παρουσίασαν τη νέα εργασία στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό «Τεκτονοφυσική» (Tectonophysics) με θέμα «Επεκτεινόμενος εφελκυσμός, βύθιση και πλευρική κατάτμηση στις λεκάνες Σαντορίνης – Αμοργού κατά το Τεταρτογενές : Επιπτώσεις στα γεγονότα της Αμοργού του 1956».

Σε αυτήν παρουσιάζονται επεξεργασμένα νέα ψηφιακά στοιχεία, που αποκτήθηκαν από τις ωκεανογραφικές έρευνες, τόσο για την βαθυμετρία και την ανάλυση του αναγλύφου του θαλάσσιου πυθμένα. Αναλύονται επίσης δεδομένα σεισμικής ανάκλασης για την ανίχνευση των γεωλογικών στρωμάτων και των τεκτονικών δομών, κυρίως των ρηγμάτων στο υπόβαθρο κάτω από τον θαλάσσιο πυθμένα, σε βάθος πολλών εκατοντάδων μέτρων, κατά μήκος της ενεργής Τεκτονικής Ζώνης Σαντορίνης-Αμοργού, η οποία έχει συνολικό μήκος 60-70 χλμ και πλάτος 20-25 χλμ.

Μεταξύ άλλων ευρημάτων, διαπιστώθηκε ότι οι συνολικές μετατοπίσεις στα ρήγματα είναι της τάξης του ενός έως 2,5 χιλιομέτρων, με τη δημιουργία υποθαλάσσιων κρημνών ύψους πολλών εκατοντάδων μέτρων.

«Εντοπίσθηκαν πρόσφατοι ρηξικρημνοί με ‘άλματα’ της τάξης των επτά έως εννέα μέτρων κατά μήκος της βάσης του ρήγματος της Αμοργού, αμέσως πάνω από τον σημερινό υποθαλάσσιο πυθμένα, που μαρτυρούν την ενεργοποίηση του ρήγματος κατά τον τελευταίο σεισμό μεγέθους 7,5 της κλίμακας Ρίχτερ το 1956», είπε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κα Νομικού.

Παρόλα αυτά, οι ερευνητές δεν εντόπισαν κάποια διακριτή υποθαλάσσια κατολίσθηση στη στενή περιοχή του ρήγματος, η οποία να μπορεί να ευθύνεται για το τσουνάμι που παρατηρήθηκε κατά την ίδια χρονική περίοδο με το σεισμό.

«Έχουμε πλέον καταλάβει ότι το τσουνάμι του 1956 οφείλεται στην ταχεία ενεργοποίηση -στην τεκτονική κίνηση- του ρήγματος της Αμοργού και όχι στις κατολισθήσεις, που σαφως και αυτές μπορούν να προκαλέσουν τσουνάμι», επισήμανε η κα Νομικού.

Την επιστημονική εργασία «υπογράφουν» πλην της Π.Νομικού, ο Δημήτρης Παπανικολάου, ομότιμος καθηγητής στο Τμήμα Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αθηνών και ο Christian Hubscher, καθηγητής γεωφυσικής του Πανεπιστημίου του Αμβούργου στη Γερμανία. Συμμετείχαν επίσης οι υποψήφιοι διδάκτορες Γ.Φαραγγιτάκης και Δ. Λαμπρίδου του ΕΚΠΑ.

Διαβάστε επίσης:

Σεισμοί : Αυτές είναι οι τρεις ζώνες υψηλού κινδύνου στην Ελλάδα

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο