Το ζήτημα της βίας και της παραβατικότητας στα πανεπιστήμια έχει απασχολήσει συχνά τη δημόσια συζήτηση. Αυτό εξηγεί και την αντιπαράθεση που έχει ξεσπάσει γύρω από το πόρισμα της «Επιτροπής για τη μελέτη ζητημάτων της ακαδημαϊκής ελευθερίας και ειρήνης του  Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων», πιο γνωστής ως «Επιτροπής Παρασκευόπουλου», αφού προήδρευε ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης.

Η ίδια η έννοια της βίας και της παραβατικότητας μέσα στα πανεπιστήμια αποτελεί πεδίο αντιπαράθεσης ως προς τον ορισμό της. Πέραν των «εγκλημάτων του κοινού ποινικού δικαίου», όπως μπορεί να είναι οι κλοπές ή η εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών, δεν υπάρχει συμφωνία και εντός της πανεπιστημιακής κοινότητας για τις άλλες πράξεις που θα μπορούσαν να θεωρηθούν «παραβατικές» από τις καταλήψεις έως τις παρεμβάσεις σε συνεδριάσεις πανεπιστημιακών οργάνων.

 

Το πανεπιστήμιο ως πεδίο συγκρούσεων

Δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν ότι έχουμε να κάνουμε με πολιτικές πρακτικές που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως παραβατική συμπεριφορά. Βασικό επιχείρημα είναι ότι ιστορικά οι δυναμικές ενέργειες που έγιναν σε πανεπιστημιακούς χώρους αποτέλεσαν παράγοντα προόδου των κοινωνιών και πεδία διεκδίκησης εκδημοκρατισμού και δικαιοσύνης.

Στην Ελλάδα αυτό κατεξοχήν συνδέεται με την κατάληψη του Πολυτεχνείου το 1973 και το ρόλο της στην ανατροπή της δικτατορίας, αλλά υπάρχουν και τα αντίστοιχα διεθνή παραδείγματα από τον Μάη του 1968 στο Παρίσι, έως τις μεγάλες αντιπολεμικές κινητοποιήσεις στα αμερικανικά πανεπιστήμια, τις διαρκείς κινητοποιήσεις στα ιταλικά πανεπιστήμια. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης θεωρούν ότι τυχόν αύξηση της αστυνόμευσης ως προς τις πολιτικές πρακτικές μέσα στα πανεπιστήμια θα καταλήξει απλώς σε μια επικίνδυνη αύξηση της κρατικής καταστολής.

Όλα αυτά συνδέονται με την ιδιαίτερη διαχρονική φόρτιση που έχει το πανεπιστημιακό άσυλο. Θεσμός προερχόμενος από τα μεσαιωνικά πανεπιστήμια παρέπεμπε στη δυνατότητα των πανεπιστημίων να είναι χώροι έρευνας και συζήτησης απαλλαγμένοι από παρεμβάσεις των εκπροσώπων της εξουσίας.

Από την άλλη, υπάρχουν αρκετοί που υποστηρίζουν ότι όλα αυτά αποτελούν απλώς παραβατικές συμπεριφορές που διακόπτουν την εκπαιδευτική και ερευνητική διαδικασία και ασκούν παράνομη βία ουσιαστικά πάνω στις διοικήσεις των πανεπιστημίων και δεν μπορούν να θεωρηθούν πολιτικές ή συνδικαλιστικές συμπεριφορές. Γι’ αυτό το λόγο και θεωρούν ότι πρέπει να συμπεριλφθούν στις παράνομες πράξεις και να αντιμετωπιστούν ανάλογα.

Η ελληνική ιδιαιτερότητα

Στην Ελλάδα η μεγάλη αίγλη του φοιτητικού κινήματος στη μεταπολίτευση, όταν αναγνωρίστηκε ως πρωτοπορία ενός ευρύτερος κινήματος για τον εκδημοκρατισμό. Η υπερπολιτικοποίηση, η συχνή συμμετοχή σε μεγάλες κινητοποιήσεις, οι αλλεπάλληλοι κύκλοι φοιτητικών κινημάτων, διαμόρφωναν ένα πλαίσιο όπου μέσα στο πανεπιστήμιο μπορούσαν να ξεδιπλώνονται πολιτικές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις, οι διαφορετικές φοιτητικές συλλογικότητες να χρησιμοποιούν εύκολα τους χώρους των πανεπιστημίων για πολιτικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις, να υπάρχει εκτεταμένη αφισοκόλληση και αναγραφή συνθημάτων.

Αυτό, σε γενικές γραμμές δεν ανέκοψε τη δυνατότητα των ιδρυμάτων να παράγουν επιστημονική γνώση, να κάνουν έρευνα ή να εκπαιδεύουν φοιτητές. Αρκετοί από τους σημαντικότερους επιστήμονες, ή αναγνωρισμένου κύρους ειδικούς, όπως και οι περισσότεροι έλληνες πολιτικοί, σε αυτό το περιβάλλον έκαναν τα πρώτα επιστημονικά και πολιτικά βήματά τους.

Την ίδια στιγμή τα πανεπιστήμια δεν αποτέλεσαν μόνο χώρο δράσης ενός πολιτικοποιημένου φοιτητικού κινήματος αλλά και άλλων ρευμάτων, ιδίως αναρχικών. Τα ρεύματα αυτά με δράση από τη μεταπολίτευση θα αποκτήσουν σημαντική μαζικότητα από τη δεκαετία του 1990 και μετά. Τα ρεύματα αυτά δεν περιορίστηκαν μόνο στην παρέμβαση στις διαδικασίες των φοιτητών αλλά και αντιμετώπισαν τα πανεπιστήμια ως ένα συνολικότερο εφαλτήριο παρέμβασης.

Αυτό οδήγησε σε έναν πολλαπλασιασμό κατειλημμένων χώρων, αλλά και στη συχνή χρήση των πανεπιστημίων ως ορμητήριων για συγκρούσεις με την αστυνομία, με το ΑΠΘ και το ΕΜΠ θα έχουν την τιμητική τους σε τέτοια φαινόμενα.

Ήταν κυρίως στη δεκαετία του 2000 και με αφορμή τις μεγάλες φοιτητικές κινητοποιήσεις το 2006-2007 για τη μεταρρύθμιση Γιαννάκου και αργότερα για αναθεώρηση του άρθρου 16 που έφεραν στο προσκήνιο ένα σημαντικό κομμάτι πανεπιστημιακών που υποστήριζαν ότι δεν πάει άλλο με τις κινητοποιήσεις των φοιτητών αλλά και τη δράση των αναρχικών ομάδων.

Εν μέρει οι απόψεις τους βρήκαν αντανάκλαση στη μεταρρύθμιση που εισηγήθηκε η Άννα Διαμαντοπούλου το 2011 όπου και καταργήθηκε το Άσυλο. Τότε ήταν οι πανεπιστημιακοί που ήταν κοντά στον ΣΥΡΙΖΑ (που έχει ιστορικά σημαντική επιρροή στους πανεπιστημιακού) και άλλες τάσεις της αριστεράς που αντιπαρατέθηκαν με τη μεταρρύθμιση αυτή.

Αργότερα, επί κυβερνήσεων του ΣΥΡΙΖΑ το πανεπιστημιακό άσυλο επανήλθε εν μέρει.

 

Ποια είναι η πραγματική κατάσταση με τη βία στα πανεπιστήμια

Σε γενικές γραμμές τα πανεπιστήμια δεν είναι κέντρα ανομίας. Ή, για να το πούμε διαφορετικά, έχουν μικρότερη συνολική εγκληματικότητα από ό,τι αρκετές γειτονιές της Αθήνας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουν προβλήματα. Καταρχάς μιλάμε για χώρους μεγάλης συνάθροισης ανθρώπων, σε μεγάλη έκταση, συχνά με τα κτίρια απομακρυσμένα μεταξύ τους, που ενώ όταν έχουν μαθήματα έχουν πλήθος ανθρώπων στη συνέχεια για μεγάλα διαστήματα είναι σχετικά έρημα, όχι όμως κλειστά. Σε τέτοιους  χώρους μπορεί να υπάρξουν και κλοπές και άλλες παραβατικές συμπεριφορές αν και σε γενικές γραμμές η εμπειρία δείχνει ότι όσο περισσότερο λειτουργούν, έχουν δραστηριότητες, δεν έχουν «νεκρές ώρες» και «νεκρές ζώνες», τόσο λιγότερα τέτοια προβλήματα έχουν. Σε αυτό το πλαίσιο, ακολουθώντας και συνολικότερες τάσεις  στην κοινωνία, εμφανίζεται μια αύξηση τέτοιων μορφών εγκληματικότητας και παραβατικότητας.

Αντίστοιχα, η όξυνση γενικότερων προβλημάτων, όπως οι εξαρτήσεις, αγγίζουν και τους πανεπιστημιακούς χώρους, ιδίως όταν σε ορισμένες περιπτώσεις η χωροταξική διάρθρωση των χώρων διευκολύνει τη διακίνηση.

Έπειτα, πλάι στις «παραδοσιακές» πρακτικές του φοιτητικού κινήματος, ακόμη και τις δυναμικές, και τις παραδοσιακές καταλήψεις για στέκια, όντως έχουν εμφανιστεί και περισσότερο βίαιες πρακτικές, που αντανακλούν και την ηγεμονία περισσότερο «μηδενιστικών» πρακτικών σε τμήμα του αναρχικού χώρου, κάτι που έχει δημιουργήσει σε αρκετές περιπτώσεις έντονες συγκρούσεις αλλά και σοβαρά περιστατικά βιαιοπραγιών.

Η μόνη έρευνα που έχει γίνει για την καταγραφή τέτοιων φαινομένων είναι από το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και στηρίχτηκε στην ανάλυση δημοσιευμάτων της περιόδου 2011-2017. Η έρευνα αυτή που έγινε από το γραφείο τύπου του συγκεκριμένου πανεπιστημίου δεν θεωρείται ότι προσφέρει πλήρη καταγραφή, ενώ υπάρχουν και θέματα ορισμού των παραβατικών συμπεριφορών.

Ωστόσο, τα πορίσματα έχουν ενδιαφέρον. Από τα 358 περιστατικά «ανομίας», η μεγάλη πλειοψηφία εντάσσονται στα όρια των δυναμικών μορφών διαμαρτυρίας και λιγότερο σε «εγκληματικές ενέργειες»: καταλήψεις, «εισβολές» διαμαρτυρόμενων φοιτητών σε συνεδριάσεις οργάνων, ματαιώσεις εκλογών (κυρίως αυτών που αφορούσαν τα συμβούλια ιδρύματος), «ομηρίες» (όπως συνήθως αποδίδονται στον Τύπο οι διαμαρτυρίες σε όργανα όπου οι φοιτητές απαιτούν πιεστικά μια απόφαση υπέρ τους).

Τι είναι «ανομία»;

Αρκετοί πανεπιστημιακοί υπογραμμίζουν ότι σε γενικές γραμμές τα ελληνικά πανεπιστήμια συνεχίζουν να λειτουργούν, παρά τις δυσκολίες από τη λιτότητα, να παράγουν σημαντικό επιστημονικό και ερευνητικό έργο. Δεν θυμίζουν ακριβώς σκηνικό από ταινία καταστροφής. Άλλοι κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου λέγοντας ότι ακόμη και εάν τώρα δεν είναι δραματική η κατάσταση, μπορεί να γίνει εάν δεν ληφθούν μέτρα

Είναι επίσης σαφές ότι ο τρόπος που κανείς εκτιμά εάν έχουμε επέλαση της ανομίας ή όχι έχει να κάνει και με συνολικότερες αξιακές τοποθετήσεις.

Προφανώς και η γνώμη ότι γενικά οι καταλήψεις ή οι συνελεύσεις ή οι μαζικές διαμαρτυρίες συνιστούν διακοπή της εκπαιδευτικής διαδικασίας και άρα είναι συλλήβδην καταδικαστέες, οδηγεί σε προτάσεις που αφορούν συνολικότερη αλλαγή της ίδιας της έννοιας της ασφαλούς λειτουργίας του Πανεπιστημίου. Τέτοιες φωνές υπάρχουν πια αρκετές μέσα στα πανεπιστήμια, θεωρώντας ότι πρέπει να μπει ένα τέλος σε πρακτικές που κατά τη γνώμη τους υπονομεύουν το εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο.

Είναι προφανές ότι για τέτοιες απόψεις οι δυναμικές διαμαρτυρίες και οι αμιγώς παραβατικές και εγκληματικές δραστηριότητες αποτελούν εν τέλει πλευρά του ίδιου φαινομένου ανομίας, της ίδιας κρίσης αξιών και αδυναμίας εύτακτης λειτουργίας των θεσμών.

Αυτό αφορά και πολιτικούς χώρους. Η ΝΔ για παράδειγμα έχει κάνει σαφές ότι μία από τις αιχμές της είναι η «ανομία» και όντως επιμένει για συνολικότερη αλλαγή και του θεσμικού πλαισίου και των καθημερινών πρακτικών. Αυτό  αποτυπώθηκε και στην παρέμβαση του Κυριάκου Μητσοτάκη που δήλωσε ότι «τα πανεπιστήμια θα καθαρίσουν από συμμορίες και θα αποδοθούν ξανά στους φοιτητές και τους καθηγητές τους».

Από την άλλη, υπάρχουν αρκετοί που υποστηρίζουν ότι πρέπει να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα σε διαμαρτυρία και παραβατική συμπεριφορά και να αναζητήσουμε λύσεις που να κατανοούν την ιδιαιτερότητα των χώρων όπως και τον κίνδυνο από μια υπέρμετρη επίδειξη αυταρχισμού. Οι απόψεις αυτές εκτιμούν ακόμη ότι τα πανεπιστήμια έχουν τη δυνατότητα να χειριστούν τέτοιες καταστάσεις με βάση τις δικές τους διαδικασίες.

H άλλη οπτική

Αρκετές από τις προτάσεις του πορίσματος αντανακλούν τη δεύτερη οπτική. Ανεξαρτήτως πετυχημένων ή μη διαπιστώσεων, προσπαθούν να δουν λύσεις που δεν θα καταλήγουν σε συγκρούσεις. Για να είμαστε δίκαιοι, αρκετές από αυτές ήδη δοκιμάζονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, όπως για παράδειγμα η προσπάθεια για εξορθολογισμό του ζητήματος με τις καταλήψεις για «στέκια», μια που όσο και σε έναν εξωτερικό παρατηρητή μπορεί να ακούγεται παράδοξο, μια άλλη προσέγγιση μπορεί να προκαλούσε περισσότερες εντάσεις και συγκρούσεις.

Αντίστοιχα, οι προτάσεις για την αντιμετώπιση της διακίνησης ναρκωτικών, σε μεγάλο βαθμό στηρίζονται στην παραδοχή ότι ακόμη και η όποια συνδρομή της αστυνομίας θα είναι περιορισμένη, οπότε το ερώτημα πώς άμεσα θα αποδιαρθρωθούν τυχόν πρακτικές διακίνησης (να σημειώσουμε εδώ ότι το πρόβλημα των ναρκωτικών αφορά συγκεκριμένα πανεπιστήμια λόγω χωροταξίας και όχι γενικά όλα τα ΑΕΙ) και από εκεί και πέρα το ζήτημα της πρόληψης.

Ωστόσο τα ερωτήματα παραμένουν: μπορεί η πανεπιστημιακή κοινότητα να χειριστεί αυτά τα προβλήματα;

Έχουν τη δυνατότητα καθηγητές, φοιτητές, ερευνητές, εργαζόμενοι πραγματικά να διαχειριστούν και την καθημερινότητα αλλά και τις αναπόφευκτες μεταξύ τους διεκδικήσεις και αντιπαραθέσεις;

Η εικόνα ενός πανεπιστημίου που λύνει τα προβλήματα με διάλογο και περιορίζει την παραβατικότητα με το να είναι ζωντανό και ενεργό είναι θεμιτή, είναι όμως και εφικτή;

Μπορούν όλοι αυτοί όντως να εξασφαλίσουν ότι το πανεπιστήμιο παραμένει ζωντανός χώρος παραγωγής και συζήτησης πολιτικών ιδεών, αλλά και ταυτόχρονα ένας χώρος όπου με όρους κοινότητας εξασφαλίζεται η αποφυγή της βίας;

Οι προεκλογικές περίοδοι δεν είναι ίσως οι καταλληλότερες για να ανοίξουν τέτοιες συζητήσεις. Ωστόσο, η συζήτηση για την ανομία είναι στην πραγματικότητα μια συζήτηση για την ανώτατη εκπαίδευση, τη φυσιογνωμία της, την πανεπιστημιακή κοινότητα. Ως τέτοια δεν προσφέρεται ούτε για εύκολα συνθήματα αλλά ούτε για ιδεολογικές ευκολίες. Προς οποιαδήποτε κατεύθυνση.