Άνθρωποι που έχασαν συγγενείς ή φιλικά τους πρόσωπα θυμούνται τις εφιαλτικές στιγμές

Δεν χωρά ο ανθρώπινος νους τα όσα έζησαν οι πληγέντες από τις καταστροφικές πυρκαγιές στην Αττική. Διασωθέντες, συγγενείς θυμάτων και αγνοουμένων σπεύδουν στο νεκροτομείο για να αναγνωρίσουν τα συγγενικά τους πρόσωπα και όπου αυτό δεν είναι δυνατόν να δώσουν dna για να γίνει η ταυτοποίηση.

Οι μαρτυρίες όσων κατάφεραν να ξεφύγουν από την πύρινη λαίλαπα συγκλονίζουν και τα λόγια τους προκαλούν απέραντη θλίψη. Άνθρωποι που έχασαν τους συγγενείς, τους φίλους τους και μαζί τον κόπο μιας ολόκληρης ζωής ξαναθυμούνται εκείνες τις εφιαλτικές στιγμές.

Ένας από αυτούς, ο Θανάσης Μωραΐτης, έμεινε στη θάλασσα τρεις ώρες μαζί με την γυναίκα του και το παιδί του και έτσι κατάφερε να σωθεί. «Φτάσαμε στη θάλασσα σε δύο λεπτά και η φωτιά έφτασε αμέσως. Τρέχαμε όλοι να σωθούμε, είχε τεράστια κύματα και μαζί καπνό και φωτιά».

Το ίδιο δεν συνέβη όμως και με την 90χρονη μητέρα του, την οποία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει. «Όλα έγιναν σε ένα λεπτό, δεν είχα κανένα περιθώριο επιλογής. Η μητέρα μου ήταν ανήμπορη να μετακινηθεί, ήταν 90 χρονών. Άφησα την μητέρα μου να καεί» αναφέρει ο κ. Μωραΐτης και συνεχίζει: «Δεν πρόλαβα να της πω ούτε αντίο, έφευγα και την έβλεπα να καίγεται».

«Πήγαμε να κάνουμε μια διάσωση»

Μέσα σε λίγα λεπτά ο Χρήστος Μυλωνάς έχασε την τηλεφωνική επαφή με τον φίλο του. Έξω από το νεκροτομείο Αθηνών ο ίδιο θυμάται την τελευταία συνομιλία με τον συνάδελφό του Σπύρο Κάκαρη.

Και οι δύο ήταν εναερίτες και πήγαιναν στο σημείο για να βοηθήσουν. «Πήγαμε να κάνουμε μια διάσωση, επειδή κόβουμε ψηλά δέντρα. Είμαστε εναερίτες και θέλαμε να πάμε να βοηθήσουμε στο Λύρειο», εξηγεί ο ίδιος. Ο Σπύρος Κάκαρης, έμενε στο Μάτι και ο φίλος του Χρήστος Μυλωνάς πήγαινε να τον πάρει ερχόμενος από τη Νέα Μάκρη. «Σε διάρκεια δέκα λεπτών, ενώ μιλούσαμε ότι ετοιμάζεται να πάω να τον πάρω, χάσαμε κάθε επαφή, στις 6.10», περιγράφει.

«Βρήκαμε το αυτοκίνητό του στις 10-12 το βράδυ τρακαρισμένο στην Ποσειδώνος, μαζί με άλλα αυτοκίνητα. Από εκείνη την ώρα αγνοείται», λέει ο κ. Μυλωνάς.

«Ή μαζί θα καούμε ή μαζί θα σωθούμε»

Ο Δημήτρης βρέθηκε στον τόπο της τραγωδίας τυχαία. Είχε πάει για μπάνιο με την κοπέλα του και ξαφνικά βρέθηκαν να τρέχουν για να σωθούν.

«Είχαμε παρκάρει στο κόκκινο λιβαδάκι. Καθώς κατεβαίνουμε κάτω, ξαφνικά δεν κατάλαβα τίποτα. Ακούγαμε φωνές, αλλά δεν καταλαβαίναμε από πού προέρχονται. Ούτε μου πήγε το μυαλό να καταλάβω τι γίνεται. Μέσα σε πέντε με δέκα λεπτά, μέχρι να κατέβουμε από το στενό, επειδή είχε και πολύ κόσμο, μέχρι να κατέβουμε στην παραλία μας έπιασε φωτιά από δεξιά και μας περικύκλωνε. Λέω της κοπέλας μου πάμε να φύγουμε τώρα».

Τελικά ο Δημήτρης και η κοπέλα του έφυγαν με τα πόδα για τη θάλασσα. Εκεί ο ίδιος συνειδητοποίησε το μέγεθος της καταστροφής. Δίπλα του μια μητέρα προσπαθούμε να φτάσει με το παιδάκι της στη θάλασσα, ενώ εκείνη ούρλιαζε.

«Έτρεχα και έβλεπα μια μάνα με ένα παιδάκι να ουρλιάζει. Μου είπε ότι δεν μπορεί να τρέξει άλλο. Της πήρα το παιδί αγκαλιά μου, έπιασα από το ένα χέρι την κοπέλα μου και τη μάνα του παιδιού την σπρώχναμε να κατέβει κάτω στην παραλία. Κάποια στιγμή χτύπησε το πόδι της και μου λέει: “Άσε με φύγε”. Της λέω: “Είσαι τρελή; Ή μαζί θα καούμε ή μαζί θα σωθούμε”».

Ιδιοκτήτης οικοπέδου: Για ελάχιστο χρόνο κάποιοι δεν διεσώθηκαν

Ο Βασίλης Φράγκος, ο ιδιοκτήτης του οικοπέδου που έμελλε να γίνει ομαδικός τάφος στο Κόκκινο Λιμανάκι θυμάται με δάκρυα στα μάτια τις τραγικές εκείνες στιγμές.

Τα 25 άτομα αναζητούσαν διαφυγή και η μόνη διέξοδος στη θάλασσα ήταν μια πόρτα που οδηγεί σε σκαλάκια.

«Μπλόκαρε η Δημοκρατίας και στο ένα ρεύμα και στο άλλο. Τα αυτοκίνητα που είχαν πρόσβαση σε αυτό τον δρόμο μπήκαν για να σωθούν εδώ πέρα. Η φωτιά ερχόταν, ήταν αισθητή από τον καπνό αλλά φαινόντουσαν και οι φλόγες. Η μόνη διέξοδος γι’ αυτούς τους ανθρώπους ήταν αυτές οι δύο πόρτες, τις οποίες είχα ανοίξει -πριν είχα ανοίξει την πόρτα την κάτω. Εκεί υπήρχαν δύο επιλογές. Κάποιες παλιές σκάλες από όπου κατέβασα τους ανθρώπους και κάποιες σκάλες που έπρεπε να περπατήσεις 50-60 μέτρα και να κατέβεις από κάποια άλλα σκαλοπάτια τα οποία μπορούσες να τα κατέβεις. Τους πήγα από τα πρώτα γιατί δεν είχαμε χρόνο.

Ο τελευταίος που είχε σωθεί μου είπε: «Βασίλη είμαι εγώ είμαι ο τελευταίος και πίσω μου άκουγα τους ανθρώπους που τους είχε προφτάσει η φωτιά, άκουγα τα ουρλιαχτά τους. Για ελάχιστο χρόνο κάποιοι άνθρωποι δεν διεσώθησαν».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr