ΤτΕ: Διπλάσιες οι ενεργειακές αυξήσεις στην Ελλάδα από την ευρωζώνη – Πληθωρισμό 10% αναμένουν τα νοικοκυριά
Η έκθεση Inflation Monitor - Παρατηρητήριο Πληθωρισμού, που δημοσίευσε η Τράπεζα της Ελλάδας (ΤτΕ), αποκαλύπτει ένα δυσοίωνο τοπίο για ελληνικά νοικοκυριά.
Με διπλάσιο ρυθμό από την Ευρωζώνη τρέχει στην Ελλάδα ο πληθωρισμός στην ενέργεια, όπως επιβεβαιώνει η νέα έρευνα Inflation Monitor της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ).
Την ίδια στιγμή, τα νοικοκυριά στη χώρα μας αναμένουν έκρηξη ακρίβειας, με ανατιμήσεις της τάξης του 10% το επόμενο 12μηνο – στοιχείο που δείχνει τη ραγδαία επιδείνωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης.
Συγκεκριμένα, αναφέρει το Inflation Monitor – Παρατηρητήριο Πληθωρισμού της ΤτΕ για τον Μάιο του 2026, οι ισχυρές παγκόσμιες πληθωριστικές πιέσεις συνεχίζονται, κυρίως λόγω των επίμονα υψηλών τιμών των ενεργειακών εμπορευμάτων που συνδέονται με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Οι αγορές αναθεώρησαν προς τα πάνω τις προσδοκίες τους σχετικά με το επίπεδο των επιτοκίων τόσο στην Ευρωζώνη όσο και στις ΗΠΑ. Μέχρι το τέλος του 2026, οι αγορές θεωρούν ως πολύ πιθανές τρεις αυξήσεις επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης από την ΕΚΤ – σε σύγκριση με τις δύο αυξήσεις που αναμένονταν τον περασμένο μήνα – και στη συνέχεια σταθεροποίηση έως τα μέσα του 2027.
Οι Ελληνικές επιχειρήσεις βλέπουν πληθωρισμό διαρκείας για το επόμενο δωδεκάμηνο, αναθεωρώντας τις προσδοκίες τους στο 3,3%, από 2,9% που προέβλεπαν πριν το ξέσπασμα του πολέμου στο Ιράν.
Η έκθεση της ΤτΕ αποκαλύπτει ότι η Ελλάδα είναι πολύ πιο εκτεθειμένη από άλλες ευρωπαϊκές χώρες στις πληθωριστικές πιέσεις, καταρρίπτοντας το κυβερνητικό επιχείρημα περί «διεθνούς ακρίβειας». Όπως επισημαίνει, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα εξακολουθεί να υπερβαίνει τον αντίστοιχο της Ευρωζώνης, ενώ η ψαλίδα διευρύνεται.
Βαθαίνουν οι επιπτώσεις του πολέμου
Ο Απρίλιος σηματοδότησε τον δεύτερο συνεχόμενο μήνα κατά τον οποίο οι επιπτώσεις του πολέμου αντανακλώνται στις εξελίξεις του πληθωρισμού, κυρίως μέσω των τιμών των ενεργειακών εμπορευμάτων.
Ο πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ υποχώρησε κάτω από το 2% τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2026, αλλά αυξήθηκε τον Μάρτιο και περαιτέρω τον Απρίλιο λόγω του υψηλότερου πληθωρισμού στην ενέργεια που προκλήθηκε από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Τον Απρίλιο διαμορφώθηκε στο 3%. Ο υποκείμενος πληθωρισμός παρέμεινε πάνω από το 2% το πρώτο τρίμηνο του 2026. Τον Απρίλιο ήταν 2,2%. Στην Ελλάδα, τόσο ο συνολικός όσο και ο δομικός πληθωρισμός (χωρίς ενέργεια και τρόφιμα) παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2026. Τον Μάρτιο και τον Απρίλιο ο συνολικός πληθωρισμός επιταχύνθηκε στο 3,4% και 4,6% αντίστοιχα, λόγω του υψηλότερου πληθωρισμού στην ενέργεια, ενώ ο δομικός πληθωρισμός επιβραδύνθηκε στο 2,7% τον Μάρτιο και αυξήθηκε στο 2,9% τον Απρίλιο. Υπενθυμίζεται ότι τα στοιχεία της ΤτΕ αφορούν τον εναρμονισμένο πληθωρισμό. Ο εθνικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή, αυξήθηκε κατά 3,9% τον Μάρτιο και 5,4% τον Απρίλιο.
Επιστρέφει ο πληθωριστικός εφιάλτης του 2022;
Ιδιαίτερα ανησυχητικά είναι τα στοιχεία για τις προσδοκίες επιχειρήσεων και καταναλωτών. Ο ελληνικός Δείκτης PMI Απριλίου, που βασίζεται στις εκτιμήσεις των στελεχών επιχειρήσεων, αποκαλύπτει ότι πληθωρισμός τιμών εισροών στη μεταποίηση αυξήθηκε με τον ταχύτερο ρυθμό από τον Ιούνιο του 2022. Βασική αιτία ήταν τα ακριβότερα μεταφορικά και ενεργειακά κόστη, καθώς και οι ανατιμήσεις σε πρώτες ύλες, που έγιναν πιο αισθητές τον δεύτερο μήνα του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Την ίδια στιγμή οι επιχειρήσεις αύξησαν την τιμές των προϊόντων τους με τον ταχύτερο ρυθμό εδώ και τρεισήμισι χρόνια, καθώς επιχειρήσαν να περάσουν τις ανατιμήσεις στους πελάτες τους.
Ο PMI λειτουργεί ως πρόδρομος δείκτης για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, καθώς οι ανατιμήσεις στη χονδρική θα περάσουν τους επόμενους μήνες στις τιμές καταναλωτή. Η έρευνα επιχειρήσεων Απριλίου «δείχνει υψηλότερες προσδοκίες τιμών πώλησης στη μεταποίηση, το λιανεμπόριο και τις κατασκευές, ενώ στις υπηρεσίες οι προσδοκίες υποχώρησαν οριακά σε μηνιαία βάση».
Τι φοβούνται επιχειρήσεις και καταναλωτές
Είναι γνωστό ότι ο αντιληπτός πληθωρισμός, δηλαδή το πώς εισπράττουν οι καταναλωτές τις μεταβολές των τιμών με βάση τις καθημερινές αγορές τους, είναι υψηλότερος από τον γενικό Δείκτη Τιμών Καταναλωτή. Αυτό όμως που σοκάρει είναι ότι οι Έλληνες καταναλωτές προεξοφλούν πληθωρισμό 10% τους επόμενους 12 μήνες. Πρόκειται σχεδόν για διπλασιασμό των πληθωριστικών προσδοκιών σε σύγκριση με τον Φεβρουάριο (5,2%). Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με την έρευνα καταναλωτικών προσδοκιών της ΕΚΤ για τον Μάρτιο, τα νοικοκυριά στην Ευρωζώνη αναμένουν πληθωρισμό 4% – έναντι 2,5% τον Φεβρουάριο.
Οι ελληνικές επιχειρήσεις προσδοκούν μεσοσταθμική αύξηση του πληθωρισμού κατά 3,3%, τόσο σε ορίζοντας ενός έτους όσο και σε βάθος πενταετίας, ξεπερνώντας τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Οι εξελίξεις των τιμών σε Ελλάδα και Ευρωζώνη
Από τους πίνακες της ΤτΕ, προκύπτουν ως και διπλάσιες πληθωριστικές αυξήσεις στην Ελλάδα, σε σύγκριση με την ευρωζώνη. Η μεγαλύτερη απόκλιση αφορά τις τιμές ενέργειας, που αυξήθηκαν με ετήσιο ρυθμό 21,6% στην Ελλάδα τον Απρίλιο, έναντι 10,9% στην Ευρωζώνη.
Σε ό,τι αφορά τις υποκατηγορίες των τιμών ενέργειας, οι υψηλότερες αυξήσεις παρατηρούνται στα υγρά καύσιμα, με 53,2%. Ακολουθούν τα καύσιμα για ατομική μεταφορά (π.χ. βενζίνη αυτοκινήτου) και το φυσικό αέριο με 19,3%. Η ηλεκτρική ενέργεια ακρίβυνε τον Απρίλιο κατά 14%.
Σημαντική απόκλιση από την Ευρωζώνη παρουσιάζουν οι τιμές των τροφίμων. Στην Ελλάδα τον Μάρτιο ο πληθωρισμός στα μη επεξεργασμένα τρόφιμα κινήθηκε με ετήσιο ρυθμό 9,9%, υπερδιπλάσιο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (4,2%). Τον Απρίλιο υποχώρησε στο 9,2%, ενώ στην Ευρωζώνη επιταχύνθηκε στο 4,7%.
Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός στα επεξεργασμένα τρόφιμα αυξήθηκε κατά 0,3% και 0,8% στην Ελλάδα, τον Μάρτιο και τον Απρίλιο αντίστοιχα. Στην Ευρωζώνη παρέμεινε σταθερός στο 1,7% και τους δύο μήνες.
Ο πληθωρισμός των υπηρεσιών στην Ελλάδα αυξήθηκε οριακά μεταξύ Μαρτίου και Απριλίου, στο 3,9% από 3,8%, ενώ στην Ευρώπη μειώθηκε στο 3% από 3,2%
Πιο κοντά το δυσμενές σενάριο
Η έκθεση της ΤτΕ, αναφέρει ως ενδεικτικές τις δηλώσεις του προέδρου της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας, Joachim Nagel, στην εφημερίδα Handelsblatt: «Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις υψηλές τιμές της ενέργειας. Οι αυξήσεις των επιτοκίων γίνονται όλο και πιο πιθανές, αν η εικόνα του πληθωρισμού δεν αλλάξει ριζικά. Δεν βρισκόμαστε πλέον στο βασικό σενάριο των προβλέψεων (της ΕΚΤ) και κινούμαστε προς το δυσμενές σενάριο […] Μακροπρόθεσμα, είναι καλύτερο για όλους αν είναι σαφές ότι λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη τον στόχο μας για τον πληθωρισμό και διατηρούμε το ποσοστό πληθωρισμού κοντά στο 2% μεσοπρόθεσμα»