Πρόκειται για την καλύτερη ίσως ταινία του μεγάλου ιάπωνα σκηνοθέτη Κον Ιτσικάουα, μια αντιπολεμική ταινία που βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Βενετίας και ήταν υποψήφια για Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας. Πρόκειται για την καλύτερη ίσως ταινία του μεγάλου ιάπωνα σκηνοθέτη Κον Ιτσικάουα, μια αντιπολεμική ταινία που βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Βενετίας και ήταν υποψήφια για Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας.Βρισκόμαστε στο […]
Πρόκειται για την καλύτερη ίσως ταινία του μεγάλου ιάπωνα σκηνοθέτη Κον Ιτσικάουα, μια αντιπολεμική ταινία που βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Βενετίας και ήταν υποψήφια για Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας.
Πρόκειται για την καλύτερη ίσως ταινία του μεγάλου ιάπωνα σκηνοθέτη Κον Ιτσικάουα, μια αντιπολεμική ταινία που βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Βενετίας και ήταν υποψήφια για Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας. Βρισκόμαστε στο 1956. Ο Ακίρα Κουροσάουα και ο Κένζι Μιζογκούτσι είχαν ήδη κάνει διάσημο το ιαπωνικό σινεμά με τους «Επτά σαμουράι» και το «Ουγκέτσι Μονογκατόρι» αντίστοιχα. Εκείνη την χρονιά ο Κον Ιτσικάουα θα γύριζε την τρίτη ταινία της μεγάλης τριάδας του ιαπωνικού σινεμά: την «Άρπα της Βιρμανίας», βασισμένη σε μια παιδική νουβέλα του Μίτσιο Τακεγιάμα.
Χωρίς να αγνοεί τη σκληρή και απάνθρωπη πλευρά του πολέμου που αφήνει πίσω του μία εκατόμβη θυμάτων, ο Κον Ιτσικάουα αντιπαραθέτει την ανορθόδοξη πορεία του ήρωά του ως μία μυστικιστική διαδρομή -αντίδοτο στη φρίκη που τον περιτριγυρίζει.
Η ταινία καταγράφει τις τελευταίες μέρες μιας στρατιωτικής μονάδας του ιαπωνικού στρατού στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στα σύνορα Βιρμανίας και Ταϊλάνδης. Αυτή η μονάδα διαφέρει από τις άλλες, στο ότι τραγουδά συνέχεια για να διατηρεί το ηθικό ψηλά και έχει έναν στρατιώτη, τον ταλαντούχο Μιζουσίμα, που παίζει άρπα, την οποία χρησιμοποιεί αντί σινιάλου.
Φθάνοντας σε ένα χωριό, και αντιλαμβανόμενοι ότι τους παρακολουθούν οι Εγγλέζοι, οι Ιάπωνες θα χρησιμοποιήσουν το τραγούδι και τον χορό για να παραπλανήσουν τους αντιπάλους. Όμως οι Ινδοί του βρετανικού στρατού θα ανταποκριθούν με το ίδιο τραγούδι. Τότε θα μάθουν ότι η Ιαπωνία συνθηκολόγησε τρεις μέρες νωρίτερα. Ο ταγματάρχης θα βγάλει ένα λόγο που αντιπροσωπεύει τον πόλεμο από την πλευρά των ηττημένων.
«Έχουμε παραδοθεί. Όχι μόνο εμείς, αλλά και η πατρίδα μας. Δεν ξέρουμε τι να κάνουμε με αυτό. Δεν ξέρουμε πού θα μας πάνε, τι θα μας βάλουν να κάνουμε ή αν θα μας επιτρέψουν να ζήσουμε. Όλη η Ιαπωνία έχει βομβαρδιστεί. Πολλοί είναι νεκροί. Πολλοί είναι άστεγοι και πεινάνε. Η χώρα μας βρίσκεται σε ερείπια, ενώ εμείς είμαστε φυλακισμένοι χιλιάδες μίλια μακριά. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να παρακολουθούμε και να περιμένουμε. Προτιμότερο να περιμένουμε αν άνδρες και να περιμένουμε για την στιγμή που θα αναγερθούμε σαν έθνος».
Μία ομάδα Ιαπώνων δεν έχει μάθει για την παράδοση και συνεχίζει τον πόλεμο. Πριν ισοπεδωθεί από την συντριπτική δύναμη των Εγγλέζων, ο ταγματάρχης ζητά από τον Βρετανό διοικητή να προσπαθήσει να μεταπείσει τους στρατιώτες γιατί δεν θέλει να χαθεί κανείς χωρίς λόγο. Στέλνει τον Μιζουσίμα, σε αποστολή όμως οι στρατιώτες αρνιούνται να υποταχθούν. Μετά την αποτυχία του και το μακελειό που ακολουθεί, ο Μιζουσίμα μεταμφιέζεται αρχικά σε βουδιστή μοναχό για να θάψει τους νεκρούς και στη συνέχεια αποφασίζει να ζήσει μία ζωή προσευχής. Οι συναγωνιστές θα τον ανακαλύψουν και θα προσπαθήσουν μάταια να τον πείσουν να γυρίσει μαζί τους στην Ιαπωνία…
Η παράσταση Ήμερη – Η Ανατομία μιας Πτώσης, εμπνευσμένη από το έργο, τη ζωή και τη φιλοσοφία του κορυφαίου Ρώσου συγγραφέα, επιχειρεί μια σύγχρονη, εσωτερική ανάγνωση πάνω στην έννοια της πτώσης — σωματικής, ηθικής και υπαρξιακής.
Ο καθηλωτικός μονόλογος του Ανδρέα Φλουράκη «ΤΑΠ ΑΟΥΤ» ανεβαίνει στο ανανεωμένο Μικρό Γκλόρια. Το κείμενο ζωντανεύει στη σκηνή με τον Τάσο Κορκό στην ερμηνεία, ενώ τη σκηνοθετική επιμέλεια υπογράφει ο Θανάσης Ισιδώρου.