All Saints: Collected instrumentals 1977-1999 – Κριτική
Ο απόλυτος χαμαιλέοντας της σύγχρονης μουσικής σκηνής επιστρέφει με νέες μεταμορφώσεις, αν και όχι με φρέσκες μουσικές δημιουργίες. Εν μέρει νοσταλγική και εν μέρει ψυχογραφική, η καινούργια κυκλοφορία του καλλιτέχνη με τα χίλια πρόσωπα και τις αστείρευτες εμπνεύσεις, συνοδεύεται από το σχετικά υπερφίαλο τίτλο «All Saints» και από τον «πολιτικά ορθό,» αλλά παραπλανητικό υπότιτλο «Collected […]
Ο απόλυτος χαμαιλέοντας της σύγχρονης μουσικής σκηνής επιστρέφει με νέες μεταμορφώσεις, αν και όχι με φρέσκες μουσικές δημιουργίες. Εν μέρει νοσταλγική και εν μέρει ψυχογραφική, η καινούργια κυκλοφορία του καλλιτέχνη με τα χίλια πρόσωπα και τις αστείρευτες εμπνεύσεις, συνοδεύεται από το σχετικά υπερφίαλο τίτλο «All Saints» και από τον «πολιτικά ορθό,» αλλά παραπλανητικό υπότιτλο «Collected Instrumentals 1977-1999». Πράγματι εδώ έχουμε να κάνουμε με μια συλλογή από οργανικά κομμάτια μιας συγκεκριμένης περιόδου. Από τον τίτλο όμως δεν αποσαφηνίζεται ότι η επιλογή τους έχει γίνει έτσι, ώστε να επικρατεί ένα απόλυτα ενιαίο ύφος -που θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε με τον όρο «έντεχνο και μινιμαλιστικό ηλεκτρονικό ambient»- και ότι επί της ουσίας έχουμε να κάνουμε με μια δημιουργική περίοδο διάρκειας ενός και μόνο έτους. Από τις 16 συνθέσεις του «All Saints», οι 12 προέρχονται άμεσα ή έμμεσα από το 1977 και τα κορυφαία έργα «Low» και «Heroes», ενώ το «Crystal Japan» γράφτηκε για μια ιαπωνική διαφήμιση και εμφανίστηκε αρχικά το 1981 στη δεύτερη πλευρά του single «Up the Hill Backwards.» Να τονιστεί πάντως ότι τα «Abdulmajid» και «All Saints» ηχογραφήθηκαν μαζί με τα υπόλοιπα κομμάτια του «Low», αλλά εμφανίστηκαν μόνο σε single και συλλογές, ενώ το «Some Are» είναι από το δίσκο «The Low Symphony» του Philip Glass και είχε περιληφθεί το 1991 στην επανέκδοση του «Low». Από εκεί και πέρα, η συλλογή κάνει ένα άλμα δώδεκα ολόκληρων χρόνων και φτάνει στο 1993 και στο σάουντρακ της ταινίας «Buddha Of Suburbia», από όπου έχουν επιλεγεί τα κομμάτια «The Mysteries» και «Ian Fish U.K. Heir», ενώ κλείνει με το «Brilliant Adventure» από το «Hours…» του 1999. Το κλίμα συνεπώς καθορίζεται από την εποχή της καθαρτικής του διαμονής στο Βερολίνο, εκεί όπου ο Bowie συνεργάστηκε για πρώτη φορά με τον Brian Eno, γνώρισε την πειραματική avant-garde ηλεκτρονική μουσική και έκανε την πιο ριζοσπαστική τομή της καριέρας του, φτάνοντας στην υπέρτατη καλλιτεχνική του ωριμότητα. Τα 77 χορταστικά λεπτά του «All Saints» μάς παραπέμπουν άμεσα σε εκείνες τις εποχές και μας ταξιδεύουν σε έναν πολύ ιδιαίτερο κόσμο μουσικής και συναισθημάτων, όπου κυριαρχούν οι υπνωτικοί ρυθμοί, τα ατμοσφαιρικά χρώματα των σινθεσάιζερ, οι εξαιρετικά λιτές γραμμές των θεμάτων και της ενορχήστρωσης, καθώς και η σποραδική και πρωτότυπη χρήση των συμβατικών ακουστικών και ηλεκτρικών οργάνων. Το «All Saints» δεν περιέχει ακυκλοφόρητες συνθέσεις -αν και μερικά από τα κομμάτια του είναι πλέον εξαιρετικά δύσκολο να βρεθούν- και έτσι οι αμύητοι θα ήταν προτιμότερο να ανατρέξουν στις πηγές («Low» και «Heroes»). Παρ’ όλα αυτά, η συλλογή αποτελείται από υλικό σπάνιας ποιότητας, έχει απόλυτα ενιαίο κλίμα, ακούγεται σύγχρονη και είναι ιδανική για διαλογισμό και ακρόαση μέσω ακουστικών. Έτσι απευθύνεται ακόμη και στους οπαδούς του Bowie, αν και είναι βέβαιο ότι το φανατικότερο κοινό θα το βρει ανάμεσα στους λάτρεις της ηλεκτρονικής μουσικής και του ambient, και ιδιαίτερα εκείνους που θα έλθουν για πρώτη φορά αντιμέτωποι με αυτή την πλευρά του πολυδιάστατου David Bowie.