Από τη μέρα που ο θρύλος λέει ότι ο Robert Johnson βγήκε στα σταυροδρόμια του αμερικανικού νότου αποφασισμένος να εξαγοράσει μουσικό ταλέντο έναντι οιουδήποτε ανταλλάγματος, τα blues και η country προικοδοτήθηκαν με μαγεία, ποίηση, σκοτεινή ομορφιά και τρυφερή μελαγχολία· ιδιότητες ή καλύτερα ποιότητες που δεν παύουν να επανέρχονται στο προσκήνιο ανανεωμένες, με αειθαλή ζωντάνια και […]
Από τη μέρα που ο θρύλος λέει ότι ο Robert Johnson βγήκε στα σταυροδρόμια του αμερικανικού νότου αποφασισμένος να εξαγοράσει μουσικό ταλέντο έναντι οιουδήποτε ανταλλάγματος, τα blues και η country προικοδοτήθηκαν με μαγεία, ποίηση, σκοτεινή ομορφιά και τρυφερή μελαγχολία· ιδιότητες ή καλύτερα ποιότητες που δεν παύουν να επανέρχονται στο προσκήνιο ανανεωμένες, με αειθαλή ζωντάνια και δραστικότητα, κάθε φορά που κάποιος προικισμένος οραματιστής παίρνει στα χέρια του μια κιθάρα και πλησιάζει ένα μικρόφωνο. Όπως είναι, για παράδειγμα, ο τραγουδοποιός και τραγουδιστής Kurt Wagner, ο επικεφαλής της πολυμελούς κολεκτίβας Lambchop από το Nashville της Πολιτείας Τενεσί, ένας τροβαδούρος της αμερικανικής απεραντοσύνης που εντάσσεται στην παράδοση του Bob Dylan, του Chet Atkins, του Neil Young, του Randy Newman και ακολουθεί βίο παράλληλο με αυτόν του Will Oldham. Χαμηλόφωνα φωνητικά -σχεδόν μουρμουρητά-, βαρύθυμες πιανιστικές φράσεις, αργόσυρτες, διαβρωτικές μελωδίες, στοιχειωμένη χορωδιακή συνοδεία και πινελιές από σαξόφωνο και βιμπράφωνο είναι λίγες μόνο από τις συνισταμένες του ηχητικού μωσαϊκού πάνω στο οποίο στροβιλίζονται αργά, μεθυστικά τα έντεκα τραγούδια του έκτου άλμπουμ των Lambchop. Πριν περάσει πολύ ώρα αντιλαμβάνεσαι ότι βρίσκεσαι όχι αντίκρυ τους, αλλά ανάμεσά τους.